Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Ο Θερμοστάτης

Σε εκείνα τα υπερβόρεια νερά υπάρχουν και άλλα ψάρια που ξεχειλίζουν από ζωντάνια· πρέπει να παρατηρήσουμε όμως πως αυτά τα ψάρια είναι ψάρια με κρύο αίμα, δίχως πνευμόνια, τα ψάρια που ξέρουμε όλοι, που κι αυτές ακόμα οι κοιλιές τους είναι ψυκτικοί θάλαμοι· ζώα που ζεσταίνονται στο απάγκιο ενός παγόβουνου, όπως θα ζεσταινόταν ένας ταξιδιώτης το χειμώνα μπροστά στο τζάκι ενός πανδοχείου· ενώ η φάλαινα έχει, όπως ο άνθρωπος, πνευμόνια και ζεστό αίμα. […]Το αίμα μιας πολικής φάλαινας είναι πιο ζεστό από το αίμα ενός Βορνεάτη νέγρου το καλοκαίρι. Ε, άνθρωπε! Να θαυμάζεις και να έχεις ως πρότυπο τη φάλαινα! Ναι, να παραμένεις ζεστός κι εσύ, όταν σε τυλίγει ο πάγος. Ναι, να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο κι εσύ, χωρίς όμως να του ανήκεις. Να είσαι ψύχραιμος όταν βρίσκεσαι στον Ισημερινό· να μην παγώνει το αίμα σου όταν είσαι στον Πόλο. Σαν το μεγάλο θόλο στον ναό του Αγίου Πέτρου και σαν τη μεγάλη φάλαινα, να διατηρείς κι εσύ, άνθρωπε, μία δική σου θερμοκρασία σταθερή σ’ όλες τις εποχές.

Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα
Herman Melville

Θερμὴν ἐπ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις
Σοφ. Αντιγόνη







Ο Αλιόσα Ίλιτς, παρότι γέννημα-θρέμμα Μοσχοβίτης, δεν είχε φορέσει ποτέ του παλτο. Για την ακρίβεια όχι απλώς δεν είχε φορέσει ποτέ του παλτο, αλλά ένιωθε μονίμως ότι ζεσταινόταν. Μονίμως: δηλαδή και τον χειμώνα. Αυτό όπως καταλαβαίνετε είχε τρομακτικές συνέπειες για την κοινωνική του ζωη.
-Θα πάμε το βράδυ στον Αλιόσα;
-Και βέβαια, μου έχουν λείψει τα κρυοπαγήματα.
Όλα ξεκίνησαν από τα παιδικά του χρόνια. Εκεί που ξεκινάνε όλα δηλαδή, και η καλωσύνη και η κακία, και η εξυπνάδα και η βλακεία, όλα. Στην περίπτωση του Αλιόσα όμως δεν ξεκίνησε τίποτε από όλα αυτά. Μονο ζέστη. Ζεστη αφόρητη, αποπνικτική. Στην αρχή το θεωρούσαν παιδικό καπρίτσιο που ο Αλιόσα πήγαινε στο σχολείο χωρίς παλτο, και οι γονείς του νόμιζαν πως πρόκειται για μια απ' αυτές τις χαριτωμένες παλλικαριές της παιδικής ηλικίας. Όμως το καλοκαίρι... όταν έφτασε το καλοκαίρι ο μικρός Αλιόσα δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Έπινε τρία με τέσσερα λίτρα νερό την ημέρα και, αυτός που τον χειμώνα ήταν τόσο ευδιάθετος και του άρεσαν τα αστεία, τώρα δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Όταν όλα τα παιδάκια ήταν έξω και έπαιζαν, ο Αλιόσα καθόταν στο σπίτι του και έπινε παγωμένους χυμούς που του ετοίμαζε η αδερφή του, που ήταν μεγαλύτερη και τον αγαπούσε πολύ και μόνο εκείνη καταλάβαινε το πόσο υπέφερε ο κακομοίρης. Του έφτιαξαν λοιπόν με τα πολλά έναν καταψύκτη όπου φύλαγε τα παγάκια του. Δεκάδες παγοκυψέλες. Ο Αλιόσα απέκτησε τη συνήθεια να ζη μέσα στον πάγο. Έπινε τη σούπα του με πάγο, έβαζε παγάκια στην πατατοσαλάτα του και έτρωγε το κρέας μόνο αφού το κρύωνε στο ψυγείο.
Όσο για το σχολείο, αυτό ήταν πραγματικό μαρτύριο. Όταν έμπαινε η Άνοιξη, τα άλλα παιδάκια έπαιζαν και γελούσαν. Ο Αλιόσα έπεφτε σε μαύρη κατάθλιψη. Και ο λόγος δεν ήταν μόνο η ζέστη, ήταν πολύ βαθύτερος. Ήταν που κανείς δεν τον καταλάβαινε.
-Μα έχει δροσιά, πως κάνεις έτσι; του έλεγαν.
-Δροσιά; Αυτό είναι κόλαση, δεν μπορεί, κάτι έχει συμβεί με τον καιρό. Κατι έχει γίνει! Θα βράσουμε, θα γίνουμε σούπα! Πιο πολύ κι από τη ζέστη λοιπόν, ο Αλιόσα έμαθε να υπομένει την ασυνεννοησία. Δροσιά οι άλλοι, ζέστη ο Αλιόσα, ζέστη οι άλλοι, τάβλα ο Αλιόσα.
Τότε συνέβη μια εξέλιξη που είναι ίσως ακόμη και αναμενόμενη, για όσους γνωρίζουν τα βάθη της ανθρώπινης ασυνεννοησίας: ο Αλιόσα έγινε περίεργος. Υπάρχουν όλες αυτές οι λέξεις στη γλώσσα μας, όπως: ιδιόρρυθμος, περίεργος, ιδιότροπος, εκκεντρικός, στραβοδίβουλος, τζαναμπέτης, ζοχάδας, που σημαίνουν δύο πράγματα μαζί: το πρώτο είναι ότι κάποιος έχει αποκτήσει ένα χούι που δεν είναι καθόλου συνηθισμένο και το δεύτερο είναι ότι αυτό τον κάνει λίγο-πολύ ενοχλητικό, ανεπιθύμητο. Ο Αλιόσα λοιπόν όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο βαθιά αυτό που ήταν από την αρχή: η μύγα μέσα στο γάλα.
Τα χρόνια πέρασαν όπως περνούν συνήθως τα χρόνια, δηλαδή χωρίς πολλά-πολλά, άλλοτε εύκολα και άλλοτε δύσκολα, αφήνοντας πίσω μια ατελείωτη σειρά από περίεργες ιστορίες τις οποίες θα μπορούσα εδώ να διηγηθώ προκειμένου να μη βαρεθεί ο αναγνώστης –διότι δεν υπαρχει τίποτε χειρότερο από το να βαρεθεί ο αναγνώστης.
Όμως η δραματική οικονομία επιβάλλει να περάσουμε ευθύς αμέσως στην πιο κρίσιμη φάση της ζωής του Αλιόσα, προκειμένου να περιγράψουμε ένα γεγονός απέναντι στο οποίο κανείς δεν μπορεί να μείνει ψυχρός και ασυγκίνητος. Μιλήσαμε ώς τώρα για τα πάθη του καλοκαιριού, τα παγάκια και τη μοναξιά, την ώρα που όλα τα άλλα παιδάκια απολάμβαναν την καλοκαιρία. Αυτό όμως συνεχιζόταν και τον χειμώνα.
Μετά από πολλά χρόνια ερωτικής μοναξιάς, που είχαν κάνει τους γονείς του Αλιόσα να ανησυχούν και να αναρωτιούνται μήπως ο γιος τους είναι ανέραστος, ο Αλιόσα και η Κάτια συναντήθηκαν σε ένα ολόλευκο χιονισμένο πάρκο. Είχαν ξενυχτήσει και οι δύο με τις παρέες τους, και οι δυό παρέες γνωρίστηκαν στη μέση του πάρκου. Άρχισαν να μιλούν, να γελούν, όλοι εκτός από μία κοπέλα που καθόταν ήσυχη και φαινόταν να τρέμει από το κρύο. Κατά διαβολική σύμπτωση ο Αλιόσα είχε μαζί του ένα πολύ χοντρό πουλόβερ, το οποίο θα ήταν εντελώς ακατανόητο να το μεταφέρει ένας τέτοιος άνθρωπος, αν δεν επρόκειτο για ένα κακόγουστο αστείο που του είχαν σκαρώσει οι φίλοι του. Ήταν το δώρο τους για τα γενέθλιά του. Απ’ όλα τα πιθανά δώρα, διάλεξαν ένα πουλόβερ, για να γελάσουν. Δεν ήξεραν ότι αυτό το δώρο θα ήταν το καλύτερο που θα μπορούσαν να φανταστούν. Η Κάτια είχε σταυρώσει τα χέρια της για να κρύψει τις παλάμες της, μήπως ζεστάνει έτσι τα απρισμένα απ’ το κρύο δάχτυλά της. Ο Αλιόσα πήρε το πουλόβερ και της το έδωσε. Καθώς της το φορούσε και, μέσα στη γενική ευθυμία της παρέας, την κράτησε στην αγκαλιά του, φορώντας, τι άλλο, ένα βαμβακερό μπλουζάκι. Όταν την κράτησε στην αγκαλιά του, η Κάτια ένιωσε κάτι πρωτόγνωρο, κάτι σαν τροπική ζέστη. Ποτέ κανείς δεν την είχε κρατήσει μέσα σε μια τόσο ζεστή αγκαλιά. Όπως κανείς επιστρέφει από μια μεγάλη πεζοπορία στα χιόνια και ξαφνικά ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, βγάζει τα σκληρά παπούτσια του και βάζει μαλακές παντόφλες και κάθεται στο σαλόνι και πίνει τσάι, έτσι ένιωσε η Κάτια την ώρα που αφηνόταν στην αγκαλιά αυτού του αγνώστου, που ήταν ένα ζωντανό καλοριφέρ, μια ανθρώπινη θερμάστρα. Βυθίστηκε στην αγκαλιά του και έκλεισε τα μάτια της, σαν ξαφνικά να έκανε ένα ζεστό μπάνιο, μέσα στο κρύο του χιονισμένου μοσχοβίτικου πάρκου. Μια που ήταν γενικά μάλλον κρυουλιάρα, η συνάντηση με αυτόν τον άνθρωπο-θερμάστρα ήταν μια ιδανική συνάντηση, το ιδεώδες κούμπωμα.
Αμ δε! Μετά από μερικές ακόμη συναντήσεις μαζί με άλλους, αγγιγμένες όλες από το μαγικό ραβδί του έρωτα (λένε πως γι’ αυτό ο Θεός επινόησε τον έρωτα: για να πείθει τους εραστές με έναν παραπλανητικό μήνα του μέλιτος να αναλάβουν μια δέσμευση που πρόκειται στη συνέχεια να τους φέρει σκοτούρες και μόνο σκοτούρες, μέχρι τα γηρατειά και τον θάνατο) ήρθε η ώρα της συγκατοίκησης.
Του Αλιόσα έτρεμαν τα πόδια του από την αγωνία. Στην αρχή ισχυρίστηκε πως είχε χαλάσει η θέρμανση. Μετά άνοιγε κρυφά το παράθυρο με κάθε ευκαιρία. Στο τέλος όμως αναγκάστηκε να πει την αλήθεια, πως η θέρμανση ήταν ο πιο μισητός του εχθός, το να μιλάς γι’ αυτήν ήταν σαν να ρίχνεις τόπι στα πόδια του ανάπηρου, μια ανοιχτή πληγή. Η Κάτια μπορούσε να αντέξει τα πάντα, αλλά όχι το κρύο. Έκανε υπομονή για λίγο καιρό, αλλά στο τέλος η καρδιά της πάγωσε, και μια μέρα έχασε την ψυχραιμία της. Αλιόσα, τελείωσε! Φεύγω! Δεν μπορώ άλλο, μπούχτισα, ξεπάγιασα. Ο Αλιόσα την παρακολουθούσε βουβός και ένιωθε τον ιδρώτα να κυλάει στο πλάι από το μέτωπό του, ήθελε απεγνωσμένα λίγο αεράκι, μόνο λίγο αεράκι να του φυσήξει το μέτωπο, να ανασάνει. Την ξανακοίταξε και συνειδητοποίησε ότι η γλυκειά Κάτια ήταν καλή, αλλά αυτό που όλοι ονομάζουν «οικογενειακή θαλπωρή», για κείνον ήταν φούρνος, κινέζικο μαρτύριο.
Αυτό όμως ήταν το τελικό χτύπημα, γιατί ο Αλιόσα δεν ήθελε να χάσει την Κάτια. Όταν την έχασε έγινε πυρ και μανία. Δεν άντεχε άλλες στενοχώριες. Πριν από ένα χρόνο, έτσι είχε χάσει τη δουλειά του. Μέσα στο γραφείο είχαν μια θερμάστρα για τον χειμώνα, μαζί με το καλοριφέρ. Ο Αλιόσα είχε διακριτικά καταστρέψει το παράθυρό του, ώστε να είναι πάντοτε ανοικτό και να μπαίνει το κρύο. Στην αρχή οι συνάδελφοί του δεν είχαν καταλάβει τι συμβαίνει, μετά όμως στράφηκαν όλοι εναντίον του. «Εμείς τι φταίμε να κρυώνουμε επειδή αυτός είναι ζουρλαμένος;», έλεγαν. Και άλλα, και άλλα πολλά, που είχαν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα.
Ο αναγνώστης νιώθει συχνά την επιθυμία σε αυτές τις περιπτώσεις να διαβάσει την ιστορία αλληγορικά: «ο Αλιόσα είναι ένας επαναστάτης, είναι κάποιος που δεν εντάσσεται στον κοινωνικό του περίγυρο, ένας ανένταχτος.» Όμως δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά, διότι τίποτε από αυτά δεν πλησιάζει το πρόβλημα της ζέστης.
Ένα πράγμα μόνο είχε μείνει για να αλλάξει στη ζωή του Αλιόσα, και μετά άλλαξε κι αυτό. Σταμάτησε να νοιάζεται. Όσο νοιαζόταν, η κατάσταση ήταν άσχημη, όλο πίκρα και στενοχώρια, αλλά υπήρχε ελπίδα. Δεν σου αρέσει ο εαυτός σου, δεν σου αρέσουν και οι άλλοι, υπάρχει η ελπίδα κάποιος να κουνηθεί από τη θέση του. Μετά όμως δεν έμεινε τίποτε. Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής του Αλιόσα: ούτε κρύο ούτε ζέστη. Σταμάτησε να βλέπει τους φίλους του, μετά σταμάτησαν να του λείπουν οι φίλοι του και, καθώς περνούσαν οι μέρες, δεν περνούσε πια ούτε μέρα. Ώσπου ένα βράδυ δεν γύρισε σπίτι του. Τι σπίτι και γιατί; Καθόταν στο χιόνι, που λευκό, αραιό, έπεφτε πάνω στο κεφάλι του και τον σκέπαζε. Και έτσι ήσυχα κάποια στιγμή ο Αλιόσα σταμάτησε να αναπνέει και πέθανε, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να μπορείς να πεις ότι αυτή ήταν μια τομή στη ζωή του.

5 σχόλια:

  1. http://dontplaywithmyart.blogspot.com/2007/10/rien-ne-va-plus-ii.html
    δεν είναι τόσο καλό βέβαια αλλά έχει κάπως παρόμοια θεματική

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το διάβασα και σκέφτηκα αυτό:

    Αγαπηθήκαμε όταν μου τραγούδησε:

    Κι αν ο καθένας τουρτουρίζει από το κρύο
    θα την περνώ στην αγκαλιά σου μεγαλείο
    κι όταν το τζάκι μένει σπίτι μας σβηστό
    θα με θερμαίνει το φιλί σου το ζεστό

    Κι αν δεν ανάβουμε κουκλίτσα μου μαγκάλι
    θα 'μαι ζεστός μες στη δική σου την αγκάλη
    το πιο θερμό καλοριφέρ είν' τα φιλιά
    σαν θα κοιμόμαστε κουκλίτσα μου αγκαλιά

    Κι έτσι δε θα 'χουμε ανάγκη κι από φώτα
    θα την περνάμε μια χαρά ζωή και κότα
    και θα κοιμόμαστε κι οι δυο απ' τις εννιά
    να μη μας πιάνει ξεροβόρι ή παγωνιά



    Κι όμως γρήγορα κατέληξε μια σχέση χλιαρή, "ούτε κρύο ούτε ζέστη", όπως λένε. Και στο τέλος άρχισα να τρελαίνομαι, μια να κρυώνω, μια να ζεσταίνομαι. Έχασα την ψυχραιμία μου. Την κοίταξα με το πιο παγερό μου βλέμμα και της είπα πως πρέπει να χωρίσουμε. 'Εχω παγώσει μέσα μου, καταλαβαίνεις; Στην αρχή καιγόμουν από πόθο, τώρα οι σχέσεις μας έχουν ψυχρανθεί όσο ποτέ!"
    Αλλά δεν πειράζει. Οι σχέσεις είναι μια λεπτομέρεια της ζωής. Όσο μπορεί κανείς να περπατάει και να τον φυσάει το αεράκι του Μαγιού, όλα τα άλλα είναι παγερά αδιάφορα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το κοινό σημείο μεταξύ της "σακουλομαχίας" και του "Αλιόσα" είναι η "τραγικότητα" μιάς απλής καθημερινής συνήθειας. Μία σακούλα είναι ταυτόχρονα ένα δοχείο και μία στάση ζωής - Μία αφόρητη υπερθερμία είναι ταυτόχρονα ένα χούι και μία στάση ζωής.Θα έλεγα όχι απλώς μία Στάση - είναι η ίδια η ζωή.

    Ως εκ τούτου διαφωνώ πλήρως με αυτή τη φράση του προλόγου: " Ναι, να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο κι εσύ, χωρίς όμως να του ανήκεις."

    Δεν μπορείς να μην του ανήκεις - Δεν υπάρχει αλλού να ανήκεις. Μπορείς απλά να είσαι σακουλολάγνος ή σακουλομάχος - Αλιόσα ή κρυουλιάρης. Αλλά ότι και να'σαι δε θα "μπορείς να πεις ότι αυτή ήταν μια τομή στη ζωή του."

    Νίκος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. "Αλλά δεν πειράζει. Οι σχέσεις είναι μια λεπτομέρεια της ζωής. Όσο μπορεί κανείς να περπατάει και να τον φυσάει το αεράκι του Μαγιού, όλα τα άλλα είναι παγερά αδιάφορα."

    Αγαπημένε μου φίλε διαφωνώ τόσο πολύ με αυτή την παρατήρηση, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν να διιαφωνίσει κανείς με κάτι. Οι σχέσεις είναι ο πυρήνας της ζωής. Ο ανέστιος (η εστία είναι πάλι η στεγασμένη σχέση)κι ανέραστος είναι άνθρωπος νεκρός. Δεν εννοώ μόνο τις ερωτικές, αλλά κάθε σχέση αγάπης. Η φιλία μας και μόνο, μου αποδεικνύει πόσο λάθος κάνεις. Παγερά αδιάφορα είναι όλα εκείνα απ' τα οποία περνάει κανείς παντελώς μόνος. Σε φιλώ ο φίλος σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλοί μου φίλοι, έλειπα στα νησιά, περιοδεία με τον Κύκλωπα, λυπάμαι πολύ που δεν μπόρεσα να απαντήσω νωρίτερα.
    Νίκο, νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να μην ανήκεις στον κόσμο. Οι στενοχώριες, η τρέλα, τα ψυχολογικά προβλήματα, η μοναξιά, η αποτυχία, είναι κι αυτοί τρόποι για να μην ανήκεις στον κόσμο. Έτσι μου φαίνεται, δηλαδή.
    Σπύρο, συμφωνώ απολύτως, μη μου καταλογίζεις όσα γράφουν τα χέρια μου -είναι άτακτα, ιδίως όταν δεν πρόκειται για δοκίμιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή