Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Ένας επιστολικός διάλογος για το "Βιβλίο του έργου και του χρόνου"

Πρωτοχρονιά 2008

Αγαπητέ Γιάννη,

Χωρίζεις τους αναγνώστες σου στους κουμπωμένους και στους ενθουσιασμένους, που συνήθως αναγνωρίζουν περιστατικά της ζωής τους στα μυθιστορήματά σου. Νόμιζα πως ανήκω στην πρώτη κατηγορία, μέχρι που διάβασα το Βιβλίο του έργου και του χρόνου. Θαυμάζω τα δοκιμιακά σου βιβλία και (όσο και αν είναι ασήμαντο να το λέω εγώ, που έχω γράψει πέντε αράδες) τα θεωρώ από τα πιο δυνατά και πιο ωραία δοκίμια για τον πολιτισμό, που ξέρω. Το να σε επαινούν όμως για τα παλιά σου βιβλία είναι λίγο σαν να λεν σε μια γυναίκα τι όμορφη που ήταν στα νιάτα της, δεν είναι για καλό, γι’ αυτό και δεν το έχω πει μέχρι τώρα. Πήρα το θάρρος διότι για πρώτη φορά ένιωσα πως άρχισα να καταλαβαίνω αυτό που κάνεις στη λογοτεχνία.

Ενώ στα δυό πρώτα μυθιστορήματα η σύζευξη λογοτεχνικού και δοκιμιακού λόγου με ξένιζε, τώρα μπόρεσα να δω κάτι που εσύ το έχεις πει εκατό φορές, αλλά άλλο να το λες εσύ και άλλο να το χωνεύω εγώ διαβάζοντας το βιβλίο σου. Πριν να φτάσω στη μέση του βιβλίου είχα κατανοήσει αυτό που μετά ρητά ζητάς κι εσύ από τον αναγνώστη: να μη σε κρίνει με αυτά που ξέρει, αλλά με αυτά που του προτείνεις. Συνειδητοποίησα ότι έχει αλλάξει η ματιά μου όταν κατάλαβα ότι απολαμβάνω και πάλι τα δοκιμιακά σου μέρη, απολαμβάνω τα αφηγηματικά, και κατανοώ και τα δυό μαζί βλέποντας τις σκέψεις να ζεσταίνονται στην αγωνία ενός ζωντανού ανθρώπου, που ομολογεί αντιφάσεις, πισωγυρίσματα, λάθη, αδυναμίες. Ενώ στην αρχή η επαναληπτικότητα με ενοχλούσε, στην πορεία κατάλαβα ότι σε αυτήν οφείλω το ότι μπόρεσα να δω διαφορετικά το βιβλίο σου, καθώς ξανασυναντούσα σκέψεις που ήταν γνώριμες, αλλά ηχούσαν διαφορετικά. Καταλαβαίνω επίσης ότι αυτή τη διαδικασία του ίδιου ως άλλου την έχεις τόσο περιγράψει, που είναι σαν να την παίρνω από τα βιβλία σου. Μόνο μέσα από την επανάληψη είδα καθαρά τι θα πει να επινοείς τη φόρμα του βιβλίου σου, να φτιάχνεις το έργο όπως αρμόζει στο χέρι σου, στο δακτυλικό σου αποτύπωμα. Ως τότε τολμώ να πω ότι την ώρα που εσύ έραβες το κουστούμι σου πολυτελώς στον ράφτη, φτιαγμένο για το δικό σου σώμα, εγώ το έκρινα με βάση τη μόδα στις βιτρίνες. Η διαδικασία στην οποία το βιβλίο καλεί τον αναγνώστη ουσιαστικά απαιτούσε να γίνω αυτός που μπορεί να καταλάβει, να υπάρξει ένα μικρό έργο της ανάγνωσης, όπως υπάρχει ένα έργο της γραφής, για να σε διαβάσω.
Γιατί με την τρίτη; Έχω την εντύπωση ότι το ίδιο γεγονός που λειτούργησε αρνητικά για άλλους και είχε ίσως ως συνέπεια την ψυχρότερη υποδοχή του Εμείς οι Άλλοι, λειτούργησε θετικά για μένα: ότι έλειπε η έκπληξη της ιστορίας, δεν λειτουργούσε δηλαδή πια η πλοκή, και έπρεπε να στηριχθεί η ανάγνωση στην προσωπική σου ματιά, στο δικό σου συγγραφικό σχέδιο. Αυτό που με ταρακούνησε ήταν ότι ενώ την πορεία των γεγονότων ο αναγνώστης την ξέρει από το Σαν Μυθιστόρημα, εσύ γράφεις όχι ένα, αλλά δύο ακόμη βιβλία γυροφέρνοντας τα ίδια γεγονότα από διαφορετικές πλευρές. Αυτό είτε είναι ένα εξωφρενικό εγχείρημα είτε απαιτεί μια άλλη ανάγνωση! Μπόρεσα να το διακρίνω όταν κατάλαβα την ένταση του πείσματός σου να ξαναγράψεις έτσι, με το τρίτο βιβλίο. Μόνο διαβάζοντας το Βιβλίο του έργου και του χρόνου αντιλήφθηκα ως προσωπικό στοίχημα αυτό που ως τότε μου φαινόταν ως αδυναμία, δηλ. την επαναληπτικότητα και την σύζευξη του δοκιμιακού με το αφηγηματικό, και μόνο τότε μπόρεσα και να το ευχαριστηθώ.
Ξανακοιτάζοντας το βιβλίο σου βλέπω να έχω σημειώσει κάπου ότι οι επαναλήψεις υπάρχουν διότι δεν ακούμε αυτά που ακούμε και δεν καταλαβαίνουμε αυτά που καταλαβαίνουμε. Το ίδιο ισχύει για την απουσία της ύλης από το βιβλίο, που μόνο κατ’ εξαίρεσιν φιλοξενεί στις σελίδες του μια ντοματοσαλάτα ή ένα τρίξιμο σανιδιού, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του ήρωας σου είναι η σκέψη. Και εκεί, η συμφιλίωση μου με αυτήν την αντισυμβατική λογοτεχνικά επιλογή συνέβη όταν χώνεψα την εξήγησή σου ότι το θέμα είναι το πως ένας άνθρωπος καταλαβαίνει τη ζωή του, ή πως την επινοεί γράφοντάς την.
Λέγεται ότι η λογοτεχνική γραφή είναι ένα παιχνίδι διακινδύνευσης, στο οποίο ο συγγραφέας μπαίνει ξεβράκωτος, αντίθετα με τον δοκιμιογράφο που είναι πάνοπλος• στο δοκίμιο έχεις την προστασία του επιχειρήματος, μπορείς να υπερασπιστείς τη δουλειά σου απέναντι στην κριτική, «έχεις δίκιο», ενώ αντιθέτως εδώ, αν δεν πετύχει το μείγμα, αν δεν υπάρξει χημική ένωση, το στοίχημα έχει για τους περισσότερους χαθεί• δεν μπορείς να πείσεις κάποιον ότι κακώς έμεινε ασυγκίνητος. Το παράδειγμά σου ωστόσο, με την ευγενική επίθεσή σου στον αναγνώστη που δεν σου χαρίζεται αν δεν συγκινηθεί με την πρώτη, συνιστά μια πρόκληση, ακριβώς διότι απαιτεί απ’ αυτόν να σηκωθεί άπ’ την καρέκλα του και δεν εκλιπαρεί για την άμεση συναισθηματική απεύθυνση.
Το σημείο στο οποίο εγώ ένιωσα να με αγγίζει περισσότερο το Βιβλίο του έργου και του χρόνου είναι – για λόγους που ίσως λίγο-πολύ ξέρεις - η μποτίλια στο πέλαγο και ο τρόπος με τον οποίον περιέγραψες τη συγγραφική αγωνία, με όλο το φούσκωμα, την περηφάνια και την απόγνωση (ξέρεις ότι κάτι παρόμοιο έχω επιχειρήσει κι εγώ, σε άλλη φόρμα). Και νομίζω πως οι πιο θαρραλέες και ανθρώπινες στιγμές είναι όταν περιγράφεις τους επαίνους που δέχθηκες, όχι τις απογοητεύσεις, διότι μου φαίνεται ασύγκριτα πιο δύσκολο να μιλήσει για το καμάρι του κανείς, απ’ ο,τι για τον καημό του. Η αλήθεια όμως είναι μεικτή, και περιλαμβάνει και τη στενοχώρια του περιθωριακού και τη χαρά του ανθρώπου που είδε ένα έργο του να πιάνει τόπο. Συνδέεται νομίζω με ένα ακόμη θέμα σου, που είναι το παραξένισμα απέναντι στον κόσμο, το να ζεις σε μια εποχή που δεν σου αρέσει, το να μη σου φαίνονται όλα καλώς καμωμένα.
Λυπάμαι που δεν προσέφερα πιο συγκεκριμένες σκέψεις για το έργο• ήθελα προς το παρόν να καταγράψω αυτήν την προσωπική μου μετατόπιση, μια αλλαγή ματιάς που ένιωσα να συμβαίνει, και χάρη στην οποία καταφχαριστήθηκα το βιβλίο, για το οποίο σε ευχαριστώ από καρδιάς.


Καλή χρονιά,
Κωνσταντίνος


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κ, Περιοδικό κριτικής, λογοτεχνίας και τεχνών, τευχ. 18 (Ιούνιος 2009) 72-74, μαζί με απάντηση του Γ. Κιουρτσάκη, με γενικό τίτλο: "Δεν ακούμε αυτά που ακούμε και δεν καταλαβαίνουμε αυτά που καταλαβαίνουμε. Ένας επιστολικός διάλογος με αφορμή το Βιβλίο του έργου και του χρόνου, εκδ. Κέδρος, 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου