Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Ο Άδικος Λόγος στις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη

Οι Νεφέλες είναι μια κωμωδία με θέμα τη σοφιστική παιδεία. Ο Αριστοφάνης γράφει για να υπερασπιστεί την παραδοσιακή παιδεία, κι όμως την παρουσιάζει να συντρίβεται επιχειρηματολογικά στο πρόσωπο του Δίκαιου Λόγου και να δικαιώνεται με μια δραματουργική πονηριά, όταν εμφανίζει τον Στρεψιάδη (καρικατούρα νεοφώτιστου σοφιστή) να τις τρώει από τον γιο του. Το ερώτημά μας είναι τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για τη δική μας αναμέτρηση με τη σοφιστική, τόσο από τον θεατρικό χειρισμό του ποιητή, δηλ. την πυρπόληση της σχολής του Σωκράτη, όσο και από τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι δύο αντίπαλες πλευρές.


Ο Δίκαιος Λόγος αποτελείται από ένα μείγμα από εξύμνηση παλαιών τραγουδιών, του τύπου «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» (966κε, ο Κ.Χ. Μύρης έχει αξιοποιήσει νεοελληνικά παράλληλα στη μετάφρασή του), μερικές παραινέσεις καλής συμπεριφοράς π.χ. να σηκώνεσαι για να καθίσουν οι ηλικιωμένοι, να μην αντιμιλάς στον πατέρα σου, να μη σπεύδεις να πάρεις τον καλύτερο μεζέ, (981, 989κε) και τέλος μαθήματα ερωτικής σεμνοτυφίας, αρκετά πικάντικα. Αντιθέτως ο Άδικος Λόγος έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: περιγράφει μια ζωή όπου επιθυμία και πραγματικότητα ταυτίζονται. Θέλεις κοριτσάκια, αγοράκια, τη γυναίκα του πλησίον; Και καβάλα να σε πιάσουν, θα πεις δυο έξυπνα λογάκια και θα τη σκαπουλάρεις (1076κε.).[1] Ο Άδικος Λόγος επιμένει στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ζωής όπου «ο καλός καλό δεν έχει»: τον έρωτα. Αναφέρει τον γάμο της Θέτιδος με τον Πηλέα, για να πει ότι η καλοσύνη ανταμείβεται με εγκατάλειψη, διότι η γυναίκα θέλει να ξεσκίζεται (σιναμωρουμένη, 1070) και να περνάει καλά στο κρεβάτι όλη νύχτα, δεν θέλει αγάπες και ευγένειες. Υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τον έρωτα, για να χωνέψει κανείς την ιδέα ότι μπορεί κάποιος να είναι ένα ηθικό κτήνος, κι όμως να απολαμβάνει αφ’ υψηλού τον έρωτα της κοπέλας που λατρεύει ο αγαθός ερωτευμένος;
Όσο προσεγγίζει σε βαθύτερα νερά ο Αριστοφάνης, το βάρος των επιχειρημάτων γέρνει πάντα, στα σοβαρά, προς το μέρος του Άδικου Λόγου. Το πρόβλημα της ηθικής είναι αρχικά πρόβλημα θεμελίωσης. Κάθε κριτήριο αληθείας προϋποθέτει ένα άλλο για να επικυρωθεί, όπως ήξερε ήδη ο Πύρρων,[2] και αυτό εις το διηνεκές. Η αμφισβήτηση της ηθικής περνάει από την αμφισβήτηση της πηγής της, του θείου. Τι θα εμποδίσει τον δυνατό να κάνει ό,τι θέλει, αν δεν υπάρχει αναφορά εκτός του ανθρώπου; Έτσι και στις Νεφέλες. Ξεκινούμε από τη φράση του Σωκράτη ότι «Δίας δεν υπάρχει» (367). Η απόδειξη για την ύπαρξη του θεού είναι βεβαίως η δικαιοσύνη: ότι ο κεραυνός του πέφτει πάνω στους επίορκους. Έτσι λέει ο Στρεψιάδης πριν να μυηθεί στα κόλπα της σοφιστικής ρητορικής. Όταν τολμάει να το ψελλίσει αυτό μπροστά στον Σωκράτη, εκείνος απαντά ευγενικά «βρε ηλίθιε, και τότε πώς γλύτωσαν ο Σίμων (ο καταχραστής), ο Κλεώνυμος (ο ρίψασπις) και ο Θέωρος (ο κόλακας του Κλέωνα)» (400);[3] Και μήπως υπάρχουν επίορκα δέντρα; Ο συλλογισμός επαναλαμβάνεται παρακάτω, όταν ο Άδικος Λόγος (902κε) αναρωτιέται πώς τη γλύτωσε ο Δίας όταν φυλάκισε τον πατέρα του, αφού υπάρχει δικαιοσύνη; Οι σοφιστικές προεκτάσεις είναι ρητές και εκρηκτικές, αφού ο Φειδιππίδης χτυπώντας τον πατέρα του στο τέλος θα ρωτήσει: «άνθρωποι δεν έφτιαξαν τους νόμους, σαν εσένα κι εμένα;» (1421). Άνθρωπος λοιπόν κι αυτός, προτιμά άλλους νόμους, βαρβαρότερους. Οι αναφορές στη σοφιστική θα μπορούσαν να είναι πολλές. Ας θυμηθούμε τον Σίσυφο του Κριτία, όπου λέγεται πως οι παλαιοί νομοθέτες επινόησαν τον θεό σαν, κατά κάποιον τρόπο, επιτηρητή των σωστών πράξεων και των σφαλμάτων του ανθρώπου, ώστε από φόβο για τη θεϊκή τιμωρία κανένας να μην αδικεί κρυφά τον διπλανό του.[4] Ανακεφαλαιώνοντας: εκεί που δεν υπάρχει θεός, δεν υπάρχει κοινή πηγή της δικαιοσύνης, άνθρωποι φτιάχνουν τους νόμους, άνθρωπος κι ο Στρεψιάδης λοιπόν σκέφτεται και φτιάχνει έναν νόμο που θέλει τα παιδιά να δέρνουν τους γονείς τους.
Το ερώτημα είναι λοιπόν πώς θα υπάρξει ηθική, τι θα εμποδίσει το κακό μετά τον θάνατο του θεού. Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, των Χορκχάιμερ και Αντόρνο, περιέχει μια πολύ δραματική διαπίστωση: πως «ο Σαντ και ο Νίτσε δεν απόκρυψαν αλλά διακήρυξαν ανοιχτά την αδυναμία να διατυπωθεί κατά της δολοφονίας ένα επιχείρημα θεμελιωμένο στον Λόγο».[5] Δηλαδή, ότι μπροστά στο κακό ο άνθρωπος δεν μπορεί να επικαλεστεί τη λογική του. Ακόμη και ο ευφραδέστατος Οδυσσέας, στο σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, μπροστά στο σοφιστικό λογύδριο του Κύκλωπα –που λέει πως η κοιλιά που θα υποδεχθεί τον Οδυσσέα είναι μεγαλύτερος θεός από τον Δία– χάνει την περίφημη ευφράδειά του και το πρώτο που λέει είναι «άι άι»! Δυόμιση χιλιάδες χρόνια αναμέτρησης με το πρόβλημα δείχνουν πως το δίκαιο της πυγμής παραμένει θωρακισμένο.
Αν λοιπόν το πρώτο ζήτημα είναι η λογική θεμελίωση της ηθικής, το επόμενο είναι η σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ο Άδικος Λόγος ρωτά (1061) τι καλό είδε κανείς απ’ το καλό (από το σωφρονεῖν). Το ζήτημα αποτελεί ήδη σημαντικό θέμα της αρχαίας σκέψης.[6] Η πιο μεγάλη, ίσως, εστία υπονόμευσης του θρησκευτικού αισθήματος προέρχεται ακριβώς από το ότι είναι δυνατόν να βλέπει κανείς το κακό να θριαμβεύει μέσα στην απόλυτη απουσία του θεού, ότι μπορούν οι ασεβείς να διάγουν βίο μακάριο και οι ευσεβείς να δυστυχούν, όπως είδαμε και παραπάνω. Αν ο πλατωνικός Σωκράτης στον Γοργία ήθελε να πιστεύει ότι δεν μπορεί να ευτυχήσει ο κακός,[7] αυτό δεν είναι παρά η μεταφυσική παρηγοριά που ζητά κανείς από τη φιλοσοφία ή τη θρησκεία: ότι ο Θεός θα μοιράσει την ευτυχία και τη δυστυχία με ηθικό σχέδιο, όχι τυχαία. Το να τονιστούν οι δεσμοί ανάμεσα στην αρετή και την ευδαιμονία αποτελούσε μία από τις σημαντικές μέριμνες της αρχαίας σκέψης, προκειμένου να μπορέσει η φιλοσοφία να υποστηρίξει πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς. Γιατί αν οι άνθρωποι ευτυχούν και δυστυχούν ανεξαρτήτως της ηθικής τους διαγωγής, για ποιον λόγο να είναι κανείς ηθικός; Εξ ου και στην Πολιτεία (392A-B) ο Πλάτων μέμφεται τους ποιητές για το ότι καλοί άνθρωποι δέχονται τα χτυπήματα της μοίρας, με αποτέλεσμα η ευτυχία να καθίσταται ανεξάρτητη της δικαιοσύνης.[8] Αυτός που κόπτεται για το καλό ονομάζεται απλώς βλάκας, κορόιδο (1001), όπως λέει ο Φειδιππίδης.
Υπάρχει, με άλλα λόγια, σχέση ευτυχίας και καλοσύνης; Το έργο της Μ. Νιούσμπαουμ και του Μπ. Ουίλλιαμς για την τραγωδία, βασισμένο στον νιτσεϊκό πεσσιμισμό της Γέννησης της τραγωδίας, μας λέει πως πολύ απλά, σε πείσμα του Πλάτωνα και όλων των ηθικολογικών παραδόσεων, ο καλός καλό δεν έχει. Δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ μοίρας και χαρακτήρα, αυτό διδάσκει ο αρχαιοελληνικός πεσσιμισμός. Αυτό είναι το κεντρικό δίδαγμα της τραγωδίας, στο οποίο προσπάθησε να αντισταθεί ο πλατωνικός Σωκράτης.[9]
Αυτά στην τραγωδία. Να δούμε όμως τι γίνεται στις Νεφέλες. Η κωμική αποκατάσταση της δικαιοσύνης έρχεται όταν ο Φειδιππίδης χτυπά τον πατέρα του. Θυμίζω ότι για την αρχαία ελληνική ηθική, η ασέβεια προς τους γονείς ήταν ταμπού μεγαλύτερο από ό,τι είναι σήμερα.[10] Αρκεί να αναφέρουμε ότι τιμωρείται από τον Σόλωνα με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, αυτός που και μόνο δεν φροντίζει τους γονείς του στα γεράματα. Πρόκειται δηλαδή για κωμικό εύρημα προορισμένο να σοκάρει. Ο Φειδιππίδης, ασκημένος τώρα στα υψηλά διανοήματα του φροντιστηρίου, προβάλλει το ιδιοφυές επιχείρημα πως οι γονείς χτυπούν τα παιδιά τους και οι γέροι είναι δυο φορές παιδιά, λοιπόν πρέπει να τις τρώνε διπλά (1471)! Ακολουθεί μια συζήτηση με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ο Στρεψιάδης τού επισημαίνει πως αν είναι έτσι, θα τον δέρνουν κι εκείνον τα παιδιά του, και ο Φειδιππίδης απαντά: «αν κάνω!».
Όταν ο Φίλιππος παρατάσσεται με τον στρατό του μπροστά στη Σπάρτη, διαμηνύει πως αν τους επιτεθεί και τους νικήσει, θα τους ισοπεδώσει. Οι Σπαρτιάτες διαβουλεύονται και στέλνουν τη μονολεκτική απάντησή τους: «αν».[11] Σε κάθε ηθικολόγο που ισχυρίζεται πως ο παραβάτης θα πληρώσει αν συλληφθεί, ο παραβάτης μπορεί κάλλιστα να απαντά: «ναι, αν!». Μπορεί δηλαδή να επικαλεστεί το επιχείρημα του Κονδύλη υπέρ του καπνίσματος: «Η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενος».[12] Με το ίδιο σκεπτικό, θα μπορούσε και ο Στρεψιάδης να τη γλυτώσει.
Ο Καντ έγραφε πως η γνώση του τι πρέπει να πράξει κανείς είναι κτήμα και του πιο κοινού ανθρώπου, και χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα.[13] Ένας άνθρωπος πλούσιος, ξέροντας ότι μπορεί να βοηθήσει αυτούς που υποφέρουν από φτώχεια, δεν το κάνει. Σημαίνει ότι ο ίδιος θα αρνηθεί τη βοήθεια, αν βρεθεί στην ανάγκη; Όχι, απλώς εξαιρεί τον εαυτό του από τον καθολικό νόμο, προκειμένου να μην τον ακολουθήσει. Όμως ας προσέξουμε ότι δεν υπάρχει τρόπος να υποχρεώσουμε αυτόν τον άνθρωπο να πράξει σύμφωνα με τη λογική! Ο νόμος έχει ζυγό αλλά και πέλεκυ, φροντίζει να εξαναγκάζει αυτόν που δεν πείθεται. Πώς θα πείσει κανείς όμως τον δυνατό, αν δεν μπορεί να τον εξαναγκάσει; Αν ο Στρεψιάδης μαθήτευε στον Καντ, αντί για τον αριστοφανικό Σωκράτη, θα μπορούσε να επιμείνει: «πολύ καλά, εξαιρώ τον εαυτό μου, και λοιπόν;». Μπορεί δηλαδή κανείς, όπως ο Στρεψιάδης, να επιθυμεί έναν κόσμο όπου αυτός θα χρησιμοποιεί τα λόγια για να σβήνει τα χρεή του, ας υπάρχουν χρέη για όλους τους άλλους.
Στο κάτω-κάτω, ο Στρεψιάδης θα μπορούσε να σταθεί πιο τυχερός, αν είχε τον ποιητή με το μέρος του ή αν ήταν άνθρωπος της πραγματικής ζωής, που είναι πιο άδικη από την καλόκαρδη κωμωδία του Αριστοφάνη. Τόσοι και τόσοι το έκαναν στην αρχαία Αθήνα και το κάνουν ακόμη στη σύγχρονη Αθήνα, γιατί έπρεπε στον κακομοίρη τον Στρεψιάδη να τύχει ο φρικτός αυτός γιος, που τον χτυπάει; Δεν είναι μια ηθικολογική φαντασίωση του Αριστοφάνη, πως ο κακός θα πρέπει σώνει και καλά να δυστυχήσει; Κάτι σαν τον μεσαιωνικό πίνακα που δείχνει τους σεσωσμένους να γελούν με τα πάθη των αμαρτωλών στην Κόλαση; Δεν μπορεί δηλαδή να βρεθεί κάποιος που και κτήνος να είναι και τιμωρία να μη βρει; Στις Νεφέλες όμως, ο κακός πληρώνει. Ο Στρεψιάδης δεν καταφέρνει να τη γλυτώσει, βρίσκεται αντιμέτωπος με την ηθική του.
Ας θυμηθούμε τους Αδερφούς Καραμάζωφ, που μας επαναφέρουν στη σύγχρονη συζήτηση για τον σχετικισμό: να πεις πως «ο θεός πέθανε, τα πάντα επιτρέπονται»[14] είναι μια κουβέντα. Όταν ο άνθρωπος που το ακούει αυτό (ο Σμερντιάκωφ) γίνεται φονιάς, δεν είναι πια μόνο μια κουβέντα. Είναι κουβέντα που πληρώνεται, και μάλιστα ακριβά. Στις Νεφέλες, μια που το έργο είναι κωμωδία, η πληρωμή είναι ένα χέρι ξύλο. Αλλά αυτός δεν είναι ένας αγώνας σικέ; Ο Αριστοφάνης δεν είναι αυτός που επιλέγει να μας δείξει το κακό να τιμωρείται, όπως συμβαίνει κάποτε στη λογοτεχνία και σπάνια στη ζωή;
Ο νικητής του έργου με αυτήν την έννοια δεν είναι ο Δίκαιος Λόγος, είναι ο ίδιος ο Αριστοφάνης. Αυτό που δεν πέτυχε ο Δίκαιος Λόγος με τα επιχειρήματα, το πέτυχε ο Αριστοφάνης γράφοντας ένα έργο που μάς κάνει να γελάμε με τα παθήματα του απατεώνα. Η πρόταση του θεάτρου δεν μπορεί να ξεπεράσει την ανίσχυρη δύναμη της γοητείας του δράματος,[15] που μας κάνει να κλαίμε με το άδικο και να γελάμε με τα παθήματα του απατεώνα. Και αυτά ενώ η λογική δεν μπορεί να μας εξασφαλίσει ούτε ότι θα ηττηθεί ο Άδικος Λόγος ούτε ότι θα υποχρεωθεί κανείς να πράξει όπως του υπαγορεύει οποιοσδήποτε Λόγος.
Στους Αδελφούς Καραμαζώφ, στο τέλος του μυθιστορήματος, ο Αλιόσα παίρνει τον λόγο για να μιλήσει στην κηδεία του μικρού Ιλιούσα. Και λέει:
Θα χωριστούμε φίλοι μου. Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο με τ’ αδέλφια μου, που ο ένας τους πάει στη Σιβηρία και ο άλλος πεθαίνει. Αλλά σε λίγο θα φύγω από τούτη την πόλη, ίσως για πολλά χρόνια. Ας συμφωνήσουμε εδώ, μπροστά στην πέτρα του Ιλιούσα, πως δε θα τον ξεχάσουμε ποτέ και πως θα θυμόμαστε ο ένας τον άλλο. […] να ξέρετε πως τίποτε δεν είναι πιο ευγενικό, πιο δυνατό, πιο υγιές και πιο χρήσιμο στη ζωή από μια καλή ανάμνηση, ιδίως όταν αυτή έρχεται από την παιδική μας ηλικία, απ’ το πατρικό μας σπίτι… Ίσως να γίνουμε ύστερα κακοί, ανίκανοι να αποφύγουμε μια κακή πράξη. Θα γελάμε για τα δάκρυα των συνανθρώπων μας, μ’ αυτούς που λένε «θέλω να υποφέρω για όλους». Ίσως να τους κοροϊδεύουμε. Αλλά όσο κακοί κι αν γίνουμε, όταν θυμόμαστε πώς θάψαμε τον Ιλιούσα, πόσο τον αγαπήσαμε τον τελευταίο καιρό, τα φιλικά λόγια που είπαμε γύρω απ’ αυτή την πέτρα, και ο πιο σκληρός, κι ο πιο σαρκαστής από μας δε θα τολμήσει να γελάσει, στο βάθος της ψυχής του, για τα αισθήματα που νιώθει τώρα.[16]
Θέλω να πω πως το τι άνθρωποι θέλουμε να είμαστε εξαρτάται αποφασιστικά από το τι ανθρώπους συναντήσαμε, στη ζωή και στη λογοτεχνία. Από μια καλή σάτιρα του κακού, μια συγκινητική στιγμή του καλού. Έτσι, στο τέλος των Νεφελών, πέρα από τα επιχειρήματα, μας μένει το απελευθερωτικό γέλιο της κωμωδίας για τα πάθη του κουτοπόνηρου Στρεψιάδη και το απλοϊκό δίδαγμα του Χορού, ότι αυτά παθαίνει κανείς όταν αγαπάει το άδικο (1303).[17]
[1] Πρβλ. Ευρ. Τρωαδ. 948κε. και το σοφιστικό Ελένης εγκώμιον [Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Η αρχαία σοφιστική, τα σωζόμενα αποσπάσματα. Επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός Ν.Μ. Σκουτερόπουλος (Αθήνα 1991) 216κε.],που παρουσίαζε τα ρητορικά τερτίπια με τα οποία η Ελένη απαλλασσόταν, παρά την απιστία της.
[2] Sextus Empiricus, Πυρρώνειοι ὑποτυπώσεις, Περὶ τῶν πέντε τρόπων, Loëb, XV, 166-7.
[3] Βλ. K.J. Dover, Aristophanes Clouds, Edited with Introduction and Commentary (Oxford 1968) ad loc.
[4] DK88b25, Σκουτερόπουλος, Σοφιστική 523, με το σχόλιο 524 κε.
[5] Μτφρ. Λ. Αναγνώστου (Αθήνα 1986) 140.
[6] Ευρ., Βελλεροφόντης, απ. 286 Κ.: «δεν υπάρχουν θεοί στον ουρανό: δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά γύρω σας. Οι τύραννοι δολοφονούν, ληστεύουν, επιορκούν, ρημάζουν, κι όμως είναι ευτυχέστεροι από τους φιλειρηνικούς ανθρώπους». Βλ. επίσης Σοφ. Αίας 132-3, Ηλ. 1383· Θρασύμαχος, απ. Β8 DK· Πλατ. Νομοι 10.888c· Ησ. Έργα 280, 320· Πινδ. Ολ. 3.70· Ευρ. Κύκλωψ 606-7 με Κ. Πουλής (1998) «Ο Πολύφημος και η σοφιστική κίνηση»Τόπος Επίκοινος 6:57-61, και γενικά W.K.C. Guthrie, Οι Σοφιστές, μτφρ. Δ. Τσεκουράκη (Αθήνα 1991) 281· J. de Romilly, Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή, μτφρ. Φ. Κακριδή (Αθήνα 1994) 179.
[7] Πλατ. Γοργ. 470c-471d για τον Αρχέλαο, με το σχόλιο του E.R. Dodds, Plato Gorgias: A Revised Text with Introduction and Commentary (Oxford 1959) 141. Στην Πλατ. Απολ. 30c-d ο Σωκράτης το θεωρεί ψευδοπρόβλημα, διότι δεν μπορεί κατά τη γνώμη του να υπάρξει άδικος ευδαίμων.
[8] Πρβλ. S. Halliwell, «Plato’s Repudiation of the Tragic» στὸ M. S. Silk, (επ.) Tragedy and the Tragic: Greek Theatre and Beyond (Oxford 1996) 340· M.C. Nussbaum, The Fragility of Goodness: Luck and Ethics in Greek Tragedy and Philosophy (Cambridge 2001) 382.
[9] «Αρκεί κανείς να σκεφτεί τις συνέπειες των σωκρατικών δογμάτων: “Η αρετή είναι γνώση· η αμαρτία διαπράττεται μόνο από άγνοια· ο ενάρετος είναι ευτυχής”. Οι τρεις αυτές βασικές αρχές του οπτιμισμού περικλείουν τον θάνατο της τραγωδίας». F. Nietzsche (Geuss R. Speirs R. επ.), The Birth of Tragedy and Other Writings (Cambridge 1999 [1872]) 70. Β.Williams, «The Women of Trachis: Fictions, Pessimism, ethics» στο R. Louden, P. Schollmeier (επ.), The Greeks and us: Essays in Honor of Arthur W.H. Adkins (Chicago 1996) 49κε. B. Williams, Shame and Necessity (Berkeley 1993) 165. Nussbaum, Fragility 380. Για μια συνοπτική αποτίμηση της θέσης των δύο φιλοσόφων σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα βλ. «Conflicting Grounds of Obligation» στο κεφ. «Kantian Ethics» στο P. Singer, A Companion to Ethics (Oxford 1991) 182-3.
[10] Βλ. γενικά W. K. Lacey, The Family in Classical Greece (London 1968) 116-8.
[11] Πλουτ. Περὶ ἀδολεσχίας 511A.
[12] Π. Κονδύλης (1999) «Στοχασμοί και αποφθέγματα», μτφρ. Κ. Κουτσουρέλη, Νέα Εστία τ.146, τχ. 1717: 494.

[14] Αδελφοί Καραμαζώφ, μτφρ. Σ.Π. (Αθήνα, χ.χ.) 495.
[15] Ανίσχυρη: πολύ σωστά ο Μιχάλης Καρδαμίτσης μού θυμίζει πως ο Χίτλερ θαύμαζε και αγαπούσε την Καλύβα του μπαρμπά-Θωμά.
[16] Αδελφοί Καραμάζωφ 603.
[17] Το κείμενο παρουσιάστηκε στη 2η Εβδομάδα Αρχαίου Δράματος, στα εκπαιδευτήρια Νέα Γενιά Ζηρίδη, 22-27 Φεβρουαρίου 2010। Ευχαριστώ τον φίλο Μιχάλη Καρδαμίτση που είχε την καλοσύνη να διαβάσει το κείμενό μου και να προτείνει πλήθος διορθώσεις.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "σημειώσεις" (Ιούνιος 2010) 71 : 13-20.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου