Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

"Ἡ Περαίωση", Π. Μάρκαρη, Προκαταλήψεις χωρὶς γλωσσικὸ μεράκι



Ἡ Περαίωση, Π. Μάρκαρη, ἐκδ. Γαβριηλίδη, 2011
Προκαταλήψεις χωρὶς γλωσσικὸ μεράκι

Περαίωση εἶναι ἕνα μυθιστόρημα ἀφρόντιστο λογοτεχνικά, μὲ ἔντονα τὰ σημάδια τῆς ἰδεολογικῆς προκατάληψης. Ἔχει ἕνα θετικὸ στοιχεῖο: Βασίζεται σὲ μιὰ πολὺ ὡραία ἰδέα, ποὺ εἶχε ξεκινήσει βεβαίως ἀπὸ τὰ Ληξιπρόθεσμα δάνεια. Κάποιος δολοφονεῖ φοροφυγάδες (ὅπως στὰ Λ.Δ. δολοφονοῦσε τραπεζίτες), προκαλώντας ἐνθουσιασμὸ στὸ πλῆθος. Πρόκειται γιὰ εὐφυέστατο συνδυασμὸ τῶν περιπετειῶν τοῦ Χαρίτου μὲ τὴν ἐπικαιρότητα, καὶ εἰδικὰ μὲ τὴ σχέση τοῦ κράτους μας μὲ τὴ δικαιοσύνη. Τὸ θέμα εἶναι βαθὺ καὶ πλούσιο: ἂν τὸ κράτος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει δικαιοσύνη, τὸ κενὸ θὰ καλύψουν αὐτόκλητοι τιμωροί. Ἂν διαλέξουν καλὰ τὰ θύματά τους, μποροῦν κάλλιστα νὰ κερδίσουν τὴ συμπάθεια τοῦ λαοῦ, ὅπως συνέβαινε ὣς ἕνα βαθμὸ μὲ τὴν κοινωνικὴ ληστεία καὶ τὰ πρῶτα χτυπήματα τῆς 17 Νοέμβρη. Ἂν οἱ θεσμοὶ δὲν ἐκτονώνουν τὴν κοινωνικὴ ἔνταση, θὰ βρεθοῦν ἄλλοι τρόποι, ὠμότεροι. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ὅμως μέσα στὸ βιβλίο δὲν κεντρίζει τὴν εὐαισθησία μας, διότι αὐτὸ θὰ ἀπαιτοῦσε νὰ ἁπλωθεῖ ἐξίσου ἡ κατανόηση τοῦ συγγραφέα σὲ φονιάδες, φοροφυγάδες, ἀστυνομικούς, ὅλους. Αὐτὴ ἡ μεταφορικὴ ἀνάγνωση ὅμως δὲν ἀφήνεται νὰ ἀναπτυχθεῖ διότι ὁ συγγραφέας προσγειώνει διαρκῶς τὸν ἀναγνώστη σὲ μιὰ ἐξόχως φορτισμένη ἰδεολογικὰ ἀφήγηση τῆς ἐπικαιρότητας.
            Τί ἐννοῶ: Ὁ Μάρκαρης δὲν χορταίνει νὰ σαρκάζει κάθε λαϊκὴ διαμαρτυρία, ποὺ ταυτίζεται στὸ μυαλό του μὲ καλομαθημένες ὁμαδοῦλες ποὺ ταλαιπωροῦν τοὺς ὁδηγοὺς καὶ τοὺς μαγαζάτορες, καὶ φυλάει ὅλη τὴ συμπόνια του γιὰ τοὺς συναδέλφους τοῦ Χαρίτου. Χαρακτηριστικὲς διατυπώσεις τὰ «ἔνστολα θύματα» (18), ἡ ἀστυνομία ποὺ «ἔχει μάθει νὰ φέρεται εὐγενικὰ στοὺς πολίτες» (25), τὰ ἀφελῆ ἐρωτήματα τοῦ τύπου «γιατί ἡ ἀστυνομία δὲν μπορεῖ νὰ βάλει σὲ τάξη πενήντα μπαχαλάκηδες» (26) καὶ κυρίως ἡ μονίμως μπλαζὲ ἀντιμετώπιση τῆς διαδήλωσης: «Τὴ μία εἶναι τὰ σωματεῖα. Τὴν ἄλλη κάποιο κόμμα. Τὴν παράλλη αὐτοὶ ποὺ μαζεύονται καὶ  βρίζουν τοὺς βουλευτές» (31),  φτάνει νὰ πεῖ πὼς ἡ εἰκόνα θυμίζει 21η Ἀπριλίου χωρὶς τὰ τάνκς (32), σὰν νὰ λέμε πὼς πρόκειται γιὰ χούντα τῶν ἀπεργῶν. Δὲν βρῆκε φαίνεται ὁ συγγραφέας ἄλλες παραβιάσεις τῆς δημοκρατικῆς νομιμότητας, πιὸ τρομακτικές. Ἀκολουθεῖ ἡ ἀγωνία γιὰ τοὺς τουρίστες ποὺ «κοιτάζουν ἔντρομοι τὸ χάος» (32), ποὺ εἶναι ἡ μόνιμη ἐπωδὸς τῶν ἀνησυχούντων γιὰ τὴν εὐπρέπεια, ἐνῶ τὰ δακρυγόνα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀστυνομία ψεκάζει ἀδιακρίτως δίνουν ἀφορμὴ γιὰ μερικὰ ἀστεῖα ποὺ δὲν εἶναι καὶ πολὺ ἀστεῖα (73, 165). Ὁ ὑπάλληλος ποὺ ἐξηγεῖ ὅτι τὸ μαγαζὶ κλείνει ὑποχρεωτικὰ λόγω τῆς πορείας καὶ ἀναρωτιέται: «Ἂν αὔριο τὸ ἀφεντικὸ μὲ ἀπολύσει, τί θὰ κάνω; Θὰ πάω νὰ διαδηλώσω μαζί τους, μπὰς καὶ μὲ ξαναπάρει;» (297) δίνει φωνὴ στὸ γνωστὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὰ μαγαζιὰ κλείνουν ἀπὸ τὶς διαδηλώσεις, ὄχι ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ καθίζηση, καὶ τὸ κερασάκι στὴν τούρτα εἶναι οἱ διαπιστώσεις ὅτι πάνω ἀπὸ τοὺς μισοὺς Ἕλληνες ποὺ ἔχουν ἐξοχικὰ τὰ ἔχουν σὲ κάποια ὀφσὸρ ἑταιρεία (99) καὶ ὅτι ὅποιος δὲν θέλει νὰ πληρώσει φόρους δὲν πληρώνει (143).  Κάπως ἔτσι ὁλοκληρώνεται ἡ ἐκδίπλωση τῆς εὐαισθησίας τοῦ Μάρκαρη, ποὺ εἶναι μυθιστοριοποιημένη ἡ ἀφήγηση τῆς «Καθημερινῆς» γιὰ τὴν κρίση. Μιὰ ποὺ τὰ σχόλια αὐτὰ εἶναι διάσπαρτα στὸ βιβλίο καὶ τοποθετοῦνται στὸ στόμα πολλῶν διαφορετικῶν ἡρώων, δικαιοῦται κανεὶς νὰ πεῖ πὼς συνθέτουν τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ μυθιστορήματος, δὲν ἀποτυπώνουν ἁπλῶς τὸν χαρακτήρα ἑνὸς συντηρητικοῦ πρωταγωνιστῆ.
            Αὐτὰ ἀφοροῦν τὴ συγγραφικὴ ματιὰ στὴν Ἑλλάδα. Ὡς πρὸς τὴ γραφή, ἡ Περαίωση εἶναι ἕνα μυθιστόρημα πρόχειρο. Πιὸ ἔντονα φαίνονται τὰ σημάδια τῆς λογοτεχνικῆς ἀμέλειας στὴ γλώσσα τῶν ἡρώων, ποὺ πολὺ σπάνια θυμίζει προφορικὸ λόγο καὶ φέρει σχεδὸν πάντα τὰ σημάδια τῆς κατασκευῆς. Ἥρωες ποὺ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ποῦν «πράγματι», «συνεπῶς», «τελικά», «πρόκειται γιά…», ποὺ ξεκινοῦν τὶς φράσεις τους μὲ τὰ «τότε», «συχνά», «λέω νά…», μὲ προτάσεις ψυχρές, ποὺ στέκουν κάπου μεταξὺ δοκιμίου καὶ κουβέντας. Διαβάζουμε σὲ διαλόγους φράσεις ὅπως: «Οἱ ἄνθρωποι εἶναι συχνὰ προληπτικοὶ καὶ τέτοια δυσάρεστα γεγονότα λειτουργοῦν πάντα ἀνασταλτικά». «Δὲν χρειάζεται νὰ ἔρθω σ’ ἐσᾶς. Μὴν ξεχνᾶς ὅτι εἶμαι ἀπὸ τὸν Βόλο κι ἔκανα χρόνια σπουδὲς στὴν Ἀθήνα. Συνεπῶς, ξέρω νὰ μαγειρεύω». «Δυστυχῶς ὄχι, γι’ αὐτὸ ἔχουμε ἐπιδοθεῖ σὲ μιὰ λεπτομερὴ συγκέντρωση στοιχείων, μπὰς καὶ μᾶς προκύψει κάτι καινούργιο». Ἤ, στὴ συζήτηση ποὺ γίνεται στὸ σπίτι τοῦ Χαρίτου, μὲ τὴν κόρη του: «Μετὰ γνώρισες τὸν Φάνη καὶ ἡ χαρά μας δὲν εἶχε τέλος. Ἔχεις ἕναν σπουδαῖο ἄντρα, ἔκανες σπουδὲς ποὺ θὰ τὶς ζήλευαν πολλοί».
Κάτι ποὺ λειτουργεῖ σὰν ἀφηγηματικὸ τὶκ στὸν συγγραφέα εἶναι οἱ περίφημες περιγραφὲς τῶν διαδρομῶν τοῦ Χαρίτου καὶ τῆς κίνησης. Παρακολουθοῦμε τὴν ἐπιθυμία του νὰ μᾶς περιγράψει λεπτομερῶς κάθε μετακίνησή του. Ὅταν αὐτὸ ὅμως ἐπαναληφθεῖ δεκαοκτὼ φορές (79, 95, 96, 27, 128, 178, 227, 233, 238, 262, 263, 269, 271, 284, 298, 321, 357, 399, χωρὶς νὰ εἶμαι ἐξαντλητικός), ἀπορεῖ κανεὶς μὲ τὸν Ἄγγλο κριτικὸ ποὺ τὸ θεώρησε σὲ παλιότερη κριτικὴ ὡς στοιχεῖο τῆς λογοτεχνικῆς γοητείας τοῦ συγγραφέα. Ἐκεῖ μπορεῖ νὰ ἔχουμε μπροστά μας μιὰ ἐκδοχὴ τοῦ bon pour lOrient. Στὴν ἀριστουργηματικὴ ταινία τοῦ Ρόι Ἄντερσον Τραγούδια ἀπ’ τὸν δεύτερο ὄροφο, χωρὶς ποτὲ νὰ μᾶς δοθεῖ ἐξήγηση, σὲ κάθε ἐξωτερικὸ πλάνο βλέπουμε στὸ φόντο τὰ αὐτοκίνητα τελείως μποτιλιαρισμένα. Καθὼς τὸ μοτίβο ἐπαναλαμβάνεται, τὸ μποτιλιάρισμα ἀποκτᾶ τὸν συμβολισμὸ ἑνὸς συστήματος ποὺ ἔχει φρακάρει, σὰν ὅλη ἡ ἱστορία νὰ διαδραματίζεται μὲ φόντο ἕνα ἀδιέξοδο. Αὐτὴ ἡ συμβολικὴ διάσταση στὸν Μάρκαρη δὲν ἀφήνεται νὰ ἀναπτυχθεῖ ἐξαιτίας τῆς πικρόχολης ἐμμονῆς στὸν σαρκασμὸ τῶν διαδηλώσεων, μὲ κάθε περιγραφὴ τῆς διαδρομῆς ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ Χαρίτος, ποὺ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν προσγείωση σὲ ἕναν ρεαλισμὸ χωρὶς ἄλλο ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸ ἰδεολογικό, ποὺ περιγράψαμε παραπάνω.
Τὴν εἰκόνα συμπληρώνει ἕνα διόλου εὐκαταφρόνητο πλῆθος ἀπὸ τυπογραφικὰ λάθη, ἀδικαιολόγητα γιὰ ἔκδοση μειωμένου τυπογραφικοῦ ρίσκου, μονοτονική: «αχείαστος να ‘ναι», «τρίμηνο κα πάνω» (40), το πρώην σύζυγό της (61), ο ΣΔΟΕ – (μονίμως στὸ ἀρσενικό) (142, 229, 347), βίνετο (169), το στοιχεία (193), στα ταμείο (223), είνει πιο έμπειρος (239), τα γράμμα (253), εδβδομήντα 258, σε βοήθησαν αυτό που σου είπε; (362), στραγητός (392), το ΟΚΑΝΑ (394), εισητίριο (397), γρήγορα περιήγηση (400). Ἐπίσης, οἱ ξενισμοί: «Τὸ ζήτημα θὰ ξεκαθαρίσει μέσα στὴ μέρα» (159)· «Τὸ τσεκάραμε μὲ τοὺς θυρωρούς» (161)· «Αὐτὸς ἔκανε μιὰ βόλτα» (163)· «Ὁ τύπος εἶναι δαιμόνιος χάκερ» («ὁ τύπος» ἐπανέρχεται στὶς 192, 285, 290 299, 368, 369)· «Εἶναι ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς φθηνιάρηδες ἀρχαιοκάπηλους» (197). Ξενισμοὶ ποὺ δὲν ξέρω ποῦ ὀφείλονται, ἀλλὰ σίγουρα ἐπιβεβαιώνουν τὴν εἰκόνα ἑνὸς ἔργου ποὺ ἔχει γραφτεῖ χωρὶς γλωσσικὸ μεράκι.
Ἡ ἀστυνομικὴ λογοτεχνία τοῦ Μάρκαρη, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, δὲν ἀκολουθεῖ τὶς συμβάσεις τοῦ κλασικοῦ ἀστυνομικοῦ μυθιστορήματος, ποὺ μᾶς ἐκπλήσσει μὲ τὴν εὐφυία τοῦ δαιμόνιου ντετέκτιβ· τὰ αἰνίγματα λύνονται μὲ τὴν κατανόηση τῶν σύγχρονων νοοτροπιῶν - θεωρητικὰ πρωταγωνιστεῖ ἡ ἴδια ἡ κοινωνία. Στὴν οὐσία ὅμως πρωταγωνιστεῖ μιὰ εἰκόνα της ποὺ τὴ βρίσκω ἄδικη καὶ κακογραμμένη.


Δημοσιεύτηκε στο περ. "πλανόδιον" Ιούνιος 2012, τ. 52, σ. 1062-64.

2 σχόλια:

  1. Ποιο αστυνομικό βιβλίο του Μάρκαρη ξεφεύγει απο αυτές τις παγίδες?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ξέρω, αυτό θα μπορούσε να το απαντήσει κάποιος που τον έχει διαβάσει συστηματικότερα απ' ό,τι εγώ. Πάντως δύσκολα ξεπηδούν αδυναμίες ξαφνικά, χωρίς να ριζώνουν κάπου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή