Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Χωρὶς Χαρτιά







Ἡ ἱστορία αὐτὴ ξεκίνησε ὅπως ξεκινοῦν συνήθως τὰ διηγήματα, μὲ ἕναν πρωινὸ περίπατο. Ὁ Ἀργύρης ἦταν τῆς περιπατητικῆς σχολῆς: σουλατσαδόρος ἀλλὰ μὲ σκοπό, οἰονεὶ γυρολόγος. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πρωτόγονη μορφὴ ἐπιθετικοῦ μάρκετινγκ, μιὰ πρωτοβουλία διαφήμισης σὲ ἀνυποψίαστους. Εἶχε ἀπολυθεῖ ἐδῶ καὶ ἕξι μῆνες ἀπὸ τὴ δουλειά του, σὲ μιὰ ἑταιρεία ποὺ τοποθετοῦσε ράφια κουζίνας σὲ σπίτια. «Ἀλλὰ τὶς δουλειὲς τώρα τὶς κάνουν οἱ ἀραπάδες, οἱ ταλιμπάν, οἱ σκατόψυχοι», ἔλεγε, καὶ κατηγοροῦσε μονίμως τοὺς ξένους γιὰ τὴ δυστυχία του. «Νὰ τσακιστοῦν νὰ φύγουν, φώναζε, νὰ πᾶνε στὶς πατρίδες τους, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ταΐσω τὴν οἰκογένειά μου, θὰ ταΐζω τὸν ἄλλον ποὺ εἶναι καὶ τρεῖς τόνους πιὸ σκοῦρος;» Αὐτὴ ἡ χρωματικὴ ἀναφορὰ μᾶς ἐπαναφέρει καὶ στὴν προωθητικὴ στρατηγικὴ τοῦ Ἀργύρη, ἀπὸ τὴν ὁποία ξεκινήσαμε, ποὺ ἦταν νὰ περνάει ἀπὸ τὰ χρωματοποωλεῖα τῆς γειτονιᾶς του, νὰ λέει μιὰ καλημέρα, νὰ βρίζει κανὰν Πακιστανό, μπὰς καὶ κονομήσει μεροκάματο. Κι ἔτσι, λίγο μὲ τὴν καλημέρα, λίγο μὲ τὸ βρισίδι στοὺς Πακιστανούς, ἤλπιζε νὰ σχηματίσει σιγὰ σιγὰ τὶς παρέες του, νὰ διευρύνει τὸν ἐπαγγελματικὸ κοινωνικό του κύκλο, ποὺ λένε.


Τὴν ὥρα ποὺ ἔστριβε στὴ γωνία τοῦ δρόμου, πέφτει πάνω σὲ ἕναν καβγά. Κάποιος ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ταλιμπὰν τρομοκράτες μὲ τοὺς κουβάδες καὶ τὰ Ἄζαξ στὰ φανάρια ἔχει ἐπιτεθεῖ σὲ ἕναν Ἕλληνα οἰκογενειάρχη καὶ προσπαθεῖ βιαίως νὰ τοῦ καθαρίσει τὸ παρμπρίζ. Μὲ σπασμωδικὲς κινήσεις ἐπιμένει νὰ ἁπλώσει μὲ τὸ στανιὸ τὰ βρωμόχερά του στὸ τζάμι. Τὸ μόνο ποὺ χώριζε τὸν ἐπιτιθέμενο ἀπὸ τὸν πατέρα, ποὺ μάλιστα εἶχε μαζί του δύο ὁλόγλυκα ἀγγελούδια στὸ πίσω κάθισμα, ἦταν αὐτὸ τὸ παρμπρίζ. Ἐκεῖνα κοιτοῦσαν ἀθῶα καὶ ἔκπληκτα τὴν ἐπίθεση τῆς βάρβαρης Ἀνατολῆς στὸν πατέρα τους, μπροστὰ στὰ ἴδια τους τὰ μάτια, καὶ φώναζαν μὲ τὶς παιδικὲς φωνοῦλες τους «χτύπα τον, μπαμπά, χτύπα τον!» Ὁ πατέρας προσπαθεῖ νὰ ἀντισταθεῖ, ὅσο μπορεῖ, βάζοντας μπρὸς τοὺς ὑαλοκαθαριστῆρες.


Ὁ Ἀργύρης δὲν τὰ σήκωνε αὐτά. «Δὲν ἦρθαν ἀπὸ τὶς πατρίδες τους ἐδῶ νὰ μᾶς γαμήσουν», λέει. «Μπορεῖ ἐκεῖ ὅταν σοῦ λέει μιὰ γυναίκα “ὄχι” νὰ τὴ χτυπᾶς καὶ νὰ τὴ βιάζεις, ἀλλὰ ἐδῶ εἶναι Ἀθήνα, Εὐρώπη!» Ὅταν εἶδε τὸν δολοφόνο μὲ τὸ καθαριστικὸ νὰ ἐπιμένει, γύρισε τὸ μάτι του. «Σοῦ εἶπε ὄχι, ρέ, δὲν καταλαβαίνεις;» Καὶ χιμάει πρὸς τὸ μέρος του. Καθὼς τὸν σπρώχνει, πετάγεται ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο ὁ οἰκογενειάρχης (ποὺ ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ κολυμβητήριο, ὅπου εἶχε πάει νὰ μαζέψει τὰ δυὸ ἀγγελούδια) καὶ βγαίνει ἔξω βρίζοντας κι αὐτὸς τὸν Πακιστανό. Ὁ Ἀργύρης τὸν σπρώχνει καί, πάνω στὴν ἀναμπουμπούλα, τοῦ σκίζεται τὸ πουκάμισο.


Ἐκείνη τὴν ὥρα περνᾶνε ἀπὸ κεῖ δύο νεαροὶ ἀπ’ αὐτοὺς μὲ τὰ ξυρισμένα κεφάλια. Ὁ Ἀλτίν, ποὺ τώρα λέγεται Θοδωρῆς, καὶ ὁ Ἀλέξανδρος. Ὁ Ἀλτὶν εἶχε ἔρθει στὴν Ἑλλάδα σὲ πολὺ μικρὴ ἠλικία, μιλάει τὰ Ἑλληνικὰ φαρσί. Οἱ γονεῖς του προκομμένοι ἄνθρωποι, δούλεψαν σκληρὰ καὶ ἔχτισαν ἕνα σπίτι, πῆραν αὐτοκίνητο - φτιάχτηκαν. Ὁ πατέρας του στὴν ἀρχὴ ἔκανε μερεμέτια, ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ ἔγινε μάστορας, ἔβγαζε λεφτά. Οὔτε ἔκλεβε οὔτε σκότωνε ὅπως οἱ Πακιστανοί, ἔλεγε ὁ Ἀλτίν, ὁ ὁποῖος τώρα ποὺ λεγόταν Θοδωρῆς μισοῦσε θανάσιμα τοὺς (ἄλλους) μετανάστες. Οἱ Ἀλβανοί, ἀρκετὰ χρόνια μετὰ τὰ συνθήματα «Δὲν θὰ γίνεις Ἕλληνας ποτέ, Ἀλβανέ, Ἀλβανέ», εἶχαν λίγο πολὺ ἐνταχθεῖ, εἶχαν δουλειές, περιουσίες καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἦταν, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε, ἀνοιχτόχρωμοι. Ἐξάλλου οἱ δεσμοὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες εἶχαν τονιστεῖ καὶ σὲ ἕνα θεωρητικὸ κείμενο τῆς ὀργάνωσης, ποὺ μιλοῦσε γιὰ τὴν «ἀκλόνητη ὁμοαιμία Ἑλλήνων καὶ Ἀλβανῶν ἢ Ἀρβανιτῶν». Ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴ συγγένεια Ἰλλυρίων καὶ ἀρχαίων Ἑλλήνων, προχωροῦσε στὴ γλωσσικὴ συγγένεια τῶν Ἀλβανικῶν μὲ τὰ ὁμηρικὰ ἑλληνικά (Ἄρ-α=χωράφι, ὁμηρ. Ἀρ-ουρα, Βὴνν=ἔρχομαι, βαίνω), μετὰ σὲ τόσες κοινὲς λέξεις ὅπως ἡ μπόρα, ὁ βοριάς, ἡ φούρκα καὶ κατέληγε στὴν ἔνδοξη λίστα τῶν ἀγωνιστῶν μας Ἀνδρούτσου, Πλαπούτα, Μιαούλη, Κολοκοτρώνη, Μπουμπουλίνας, Καραϊσκάκη, Κουντουριώτη, Μπότσαρη κ.ἄ. Καί, δὲν εἶναι μόνο αὐτά, οἱ Ἀλβανοὶ εἶναι ἀνοιχτόχρωμοι. Σὰν ἐμᾶς.


Μὲ τὸ ποὺ βλέπουν λοιπὸν τὰ φιλαράκια τοὺς δύο μὲ τὰ σκισμένα πουκάμισα νὰ τσακώνονται μπροστὰ στὸν οἰκογενειάρχη μὲ τὰ ἀγγελούδια, ὁρμᾶνε καταπάνω τους. Ὁ Ἀλτὶν-Θοδωρῆς πηγαίνει γυμναστήριο καὶ ἀσκεῖται στὶς πολεμικὲς τέχνες, λοιπὸν δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ξεκινᾶνε μὲ ὁλόκληρο πρόλογο στὸν καβγά (ἀ λὰ Διομήδης στὴν Ἰλιάδα, ποὺ πέφτει καὶ μισὴ ραψωδία πρὶν τὸ ξύλο): ἕνα χτύπημα στὸ πρόσωπο καὶ ἕνα στὰ πλευρά. Καὶ ἔτσι ξεκινάει ὁ πολυπολιτισμικὸς πανικὸς τοῦ ρίνγκ: ὁ Πακιστανὸς Σαχτζὰντ ἀμύνεται ἀπέναντι στὸν φτωχοντυμένο μέχρι παρεξηγήσεως Ἀργύρη, παρεμβαίνει ὁ οἰκογενειάρχης μὲ τὰ δύο ἀγγελούδια καὶ βρίζει στὸν ἀέρα, τὰ ἀγγελούδια φωνάζουν «χτύπα, μπαμπά, χτύπα!», καὶ ὁ Θοδωρῆς-Ἀλτὶν μὲ τὸν φίλο του ποὺ δὲν γουστάρουν τοὺς ξένους ρίχνουν κλωτσιές μὲ τὶς ἀρβύλες στὸν Σαχτζὰτ καὶ τὸν Ἀργύρη.


-Σταθεῖτε! Εἶμαι Ἕλληνας! -Ναί, καλά… τοῦ ἀπαντοῦν καὶ συνεχίζουν νὰ τὸν χτυποῦν μαζί, τὴν ὥρα ποὺ ὁ καημένος προσπαθεῖ νὰ βγάλει τὴν ταυτότητα ἀπὸ τὴν τσέπη του. «Μαχαίρι! Βγάζει μαχαίρι! Ρὲ μουνί, μαχαίρι σὲ μένα, ρέ, θὰ σὲ σκίσω», τοῦ φωνάζουν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος τοῦ ρίχνει μιὰ γερὴ κλωτσιὰ στὸ χέρι καὶ μετὰ στὸ πρόσωπο. Ὁ Σαχτζὰτ ἐκείνη τὴ στιγμὴ βρίσκει εὐκαιρία καὶ τὸ βάζει στὰ πόδια. Οἱ δύο πατριῶτες χτυποῦν τὸν Ἀργύρη, ποὺ ἐπιμένει ὁ ἀγαθὸς τὴν πιὸ κρίσιμη στιγμὴ στὴν πιὸ ἄκαιρη ὑπερασπιστικὴ γραμμή: «περιμέντε, νὰ βγάλω τὴν ταυτότητά μου!» Τὸν ἄφησαν κάτω αἱμόφυρτο, ἀφοῦ τὸν χτυποῦσαν γιὰ ἀρκετὴ ὥρα, ἀλλὰ στάθηκε τυχερός. Ἀφοῦ γλίτωσε, πάλι καλὰ νὰ λέει, ὅλοι ἔτσι τοῦ εἶπαν μετά, ποὺ εἶχε κλειστεῖ στὸ σπίτι του καὶ περίμενε νὰ συνέλθει.




Ὁ Ἀργύρης πλησίασε πολὺ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὴ ζωή του σὲ μιὰ εὐκαιρία νὰ ἀναθεωρήσει. Ἡ εὐκαιρία ὅμως πῆγε χαμένη, ὅπως χαμένη πῆγε καὶ ἡ ζωή του, καὶ ἡ δική μου καὶ ἡ δική σου, ἀγαπητὲ ἀναγνώστη. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μᾶς ἀρέσει νὰ ἀκοῦμε γιὰ τὶς ἐξαιρέσεις, νὰ ἀφηγούμαστε τὶς ἱστορίες αὐτῶν ποὺ τὰ κατάφεραν, ὅμως, ἀλίμονο, τὸ ὑλικὸ τῆς ζωῆς εἶναι τὸ τσαλαπάτημα, οἱ ἀσήμαντοι ἄνθρωποι, βιομηχανικῆς κοπῆς, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὴ γραμμὴ παραγωγῆς ὁλόιδιοι. Ὁ Ἀργύρης λοιπὸν ἐπέμεινε στὸ ἴδιο τροπάρι, παρερμηνεύοντας μὲ οὐρανομήκεις παρωπίδες τὴ ζωή του: «ἂν εἶχα προλάβει νὰ βάλω τὸ χέρι στὴν τσέπη, νὰ βγάλω τὴν ταυτότητα, πρὶν νὰ φάω τὴν κλωτσιά, δὲν θὰ εἶχαν πέσει καὶ τὰ παιδιὰ στὴ λούμπα, νὰ μὲ μπερδέψουν μὲ τὸν βρωμιάρη». Σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, λίγα μπορεῖ νὰ προτείνει κανείς. Ἡ εὐχὴ πάντως τοῦ Ἀργύρη ἦταν νὰ εἶχε προλάβει, γιατὶ «ἅμα εἶχαν ταυτότητες ὅλοι αὐτοί, καὶ ἔδειχνα κι ἐγὼ τὴ δική μου, θὰ ξέραμε πῶς νὰ φερθοῦμε, δὲν εἶναι καὶ τόσο δύσκολο πιά, μὲ τὸ μπουρδέλο ποὺ ἔχουμε γιὰ κράτος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου