Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Κλαυσίγελως εποχής, του Σπύρου Γιανναρά, για τον Θερμοστάτη.




Η παρουσίαση μιας συλλογής διηγημάτων είναι πάντα επίπονη σπαζοκεφαλιά. Ιδίως όταν φαινομενικά συγκεντρώνει διαφορετικών ειδών μικρά πεζά, καθιστώντας δύσκολη, αν όχι αδύνατη την προσέγγισή της ως ενιαίο έργο. Οι άξιες λόγου, όμως, συλλογές δεν είναι ποτέ ένα σύμφυρμα άσχετων μεταξύ τους διηγημάτων, αλλά κρύβουν έναν υπόγειο συνεκτικό ιστό, με άξονα τον οποίο δομείται το βιβλίο. Θα τολμούσα, δε, να πω ότι όσο πιο αδιόρατος είναι ο μίτος που το συνέχει, τόσο πιο λεπτές είναι κι οι αποχρώσεις της πραγματικότητας που πασχίζει να φωτίσει ο συγγραφέας.
Όταν λοιπόν κανείς επιθυμεί να αποφύγει τις γενικόλογες παρατηρήσεις για ένα σύνολο του οποίου αδυνατεί, εκ πρώτης όψης, να διακρίνει το συνεκτικό νήμα, είτε παίρνει τα διηγήματα με τη σειρά και ξεκινάει να μιλάει για το καθένα απ’ αυτά ως αυτόνομο αφήγημα είτε επιχειρεί να τα προσεγγίσει ομαδοποιώντας τα. Καθώς όμως δεν είναι δυνατή η στεγανή ομαδοποίηση των διηγημάτων, αλλά αναπόφευκτα τα διαφορετικά σύνολα τέμνονται μεταξύ τους, ο κίνδυνος της συσκότισης του περιεχομένου του βιβλίου παραμένει διαρκώς ορατός. Παρόλα αυτά θα επιχειρήσω μια σειρά κατηγοριοποιήσεων.
Τα διηγήματα του Θερμοστάτη μπορούν να χωριστούν σε τρείς πρώτες προφανείς κατηγορίες: στα διηγήματα με φόντο την οικονομική και πολιτική κρίση των τελευταίων χρόνων, σε εκείνα που εικονογραφούν ορισμένες σταθερές του νεοελληνικού βίου ή γενικότερα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών και στα διηγήματα με θέμα τον έρωτα.
Με φόντο την οικονομική και πολιτική κρίση
Η πρώτη κατηγορία απαρτίζεται από επικαιρικά διηγήματα έντονου πολιτικού χαρακτήρα όπως το Έρως ανεπίκαιρος που αναφέρεται στη βίαιη καταστολή των αντιμνημονιακών διαδηλώσεων. «Ήταν το πιο τρυφερό πάθος που άνθισε μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης», μας λέει η εναρκτήρια φράση του διηγήματος, μιας κρίσης που εν τέλει καταδικάζει σε μαρασμό κάθε έρωτα, αντιστρέφοντας το ρομαντικό λογοτεχνικό μοτίβο της ακατάβλητης αγάπης η οποία μπορεί και θάλλει όπως το μικρό λουλούδι ανάμεσα στους αρμούς των τσιμεντένιων πλακών της μεγαλούπολης, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Στις πιο αντίξοες, ενδεχομένως, μας λέει εμμέσως ο Πουλής, αλλά όχι σε καθεστώς «ληστρικής επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας» το οποίο ποδοπατεί και λιώνει ανθρώπινες ζωές.
Δύο χαρακτηριστικές συνέπειες της κρίσης, τη δραματική ενίσχυση της ακροδεξιάς και του ρατσισμού, αλλά και μιας εγωτικά εσωστρεφούς, εξίσου πολιτικής αντίδρασης, με τη μορφή της απολιτίκ αδιαφορίας για τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις, για την μοίρα, αλλά και την αντίδραση του διπλανού, εικονογραφούν αντίστοιχα τα διηγήματα Χωρίς χαρτιά και Κάμπινγκ στην πλατεία Συντάγματος. Μέσα από την ξαφνική αντιστροφή των ισορροπιών και των όρων, ο έξαλλος ρατσιστής και δυνάμει θύτης, ο Αργύρης, ο οποίος παρεμβαίνει για να καταχερίσει έναν Πακιστανό που προσπαθεί να πλύνει με το στανιό το παρμπρίζ ενός οικογενειάρχη, καταλήγει να τις τρώει ομαδικά από μια σειρά ανθρώπων που αντιπροσωπεύουν όλο σχεδόν το φάσμα του ρατσισμού που ευδοκιμεί εντός της ελληνικής κοινωνίας: από τον οικογενειάρχη και τα τέκνα αυτού, από έναν ομοϊδεάτη του και από έναν τόσο εξαιρετικά αφομοιωμένο Αλβανό που έχει ενστερνιστεί τα άρεια χρυσαυγίτικα ιδεώδη και μισεί θανάσιμα όλους ανεξαιρέτως τους μελαψούς.
Στο Κάμπινγκ στην πλατεία Συντάγματος, ένα μποέμ, τάχα αναρχικό, τυπάκι, που μπερδεύει την έννοια της ελευθερίας με την πρακτική του «έτσι γουστάρω», κατασκηνώνει στο Σύνταγμα εν μέσω Αγανακτισμένων χωρίς να παίρνει χαμπάρι, σαν άλλος Φαμπρίς ντελ Ντονγκό, τα ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται γύρω του. Υπό μία έννοια το διήγημα αυτό συμπληρώνει, όντας η άλλη πλευρά του νομίσματος, το Ανεπίκαιρος Έρως, όπου οι ιστορικές εξελίξεις επηρεάζουν καταλυτικά τις ζωές όσων εκούσια ή ακούσια η πραγματικότητα της κρίσης παρασύρει στο διάβα της. 
Στο Να πώς με λεν εμένα!, ο ήρωας ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με το ακατάληπτο γλωσσικό ιδίωμα των οικονομολόγων που διαφεντεύουν το βίο του, αποτυπώνει το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει πλέον την πολιτική και κατ’ επέκταση την οικονομία από την κοινωνία, η οποία έχει αυτονομηθεί σε σημείο που να έχει χάσει πλέον κάθε επαφή με την ανθρώπινη πραγματικότητα.
Φόντο την οικονομική κρίση έχουν και τα διηγήματα Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο των Εξαρχείων, Γκουρμέ και Ενάμιση τετραγωνικό μέτρο. Το πρώτο, με θέμα το όνειρο του Νεοέλληνα για εύκολο κι άκοπο χρήμα, εντάσσεται και στην κατηγορία των διηγημάτων που αναδεικνύουν τα ειδοποιά συλλογικά μας χαρακτηριστικά. Βέβαια, το όνειρο του όλβιου βίου που μπορεί να προσφέρει το αέναο κυνήγι του τζόγου εντείνεται ακόμη περισσότερο στις τρέχουσες συνθήκες οικονομικής κατάρρευσης. Το όνειρο είναι το αντίβαρο, το μοναδικό σωσίβιο σωτηρίας από μια μίζερη, στενεμένη και μονότονη ζωή γεμάτη στερήσεις. Το όνειρο όμως καταρρέει κλείνοντας τον ήρωα «για μια ζωή σ’ αυτό το άθλιο κουρείο που ήταν η φυλακή κι ο θάνατός του».
Τον συμβιβασμό με τον ίδιο ζοφερό βίο έχει ως θέμα του και το σύντομο διήγημα Ενάμιση τετραγωνικό μέτρο που όπως και το Γκουρμέ περιγράφει μια μιζέρια που δεν είναι ελληνικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτηριστικό. Το Γκουρμέ, που θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει ως μότο το «φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο» ή την περιλάλητη ρήση του Καραγκιόζη, «θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε». Ρήσεις που αφού περιέγραψαν την καθημερινότητα των γενιών της μεταπολεμικής Ελλάδας, εικονογραφούν και πάλι τη σύγχρονη πραγματικότητα των Ελλήνων φοιτητών του εξωτερικού οι οποίοι ξεγελούν την πείνα τους διαβάζοντας τη συνταγή για μοσχαράκι Ουέλλιγκτον ενόσω καταβροχθίζουν άθλια χοτ-ντογκ.
Το γεγονός ότι πρόκειται για διηγήματα που παραπέμπουν ευθέως σε γεγονότα της κρίσης, όπως τη συγκέντρωση των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα ή μια μεγάλη διαδήλωση σαν εκείνη με τους νεκρούς της Μαρφίν δεν σημαίνει επουδενί πως πρόκειται για επικαιρικά διηγήματα –datés, θα τα έλεγαν οι Γάλλοι– τα οποία μέλλει να ξεπεραστούν από τα γεγονότα με την πάροδο του χρόνου. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μιλούσαμε για λογοτεχνία. Ένα από τα σημαντικότερα, αν όχι το σημαντικότερο γνώρισμα της συλλογής του Κωνσταντίνου Πουλή είναι η λογοτεχνικότητα των κειμένων του. Η ποιότητα των εν λόγω διηγημάτων απορρέει αφενός από την δουλειά πάνω στην ουσία της λογοτεχνίας, δηλαδή στη γλώσσα, κι αφετέρου στην ικανότητα διάπλασης χαρακτήρων, διακριτών δηλαδή ανθρωπολογικών τύπων, όπως ο ήρωας του Κάμπινγκ στο Σύνταγμα, το οποίου το περιορισμένο γλωσσικό ιδίωμα αποδίδει με έξοχο τρόπο ο συγγραφέας.
Εικόνες απο τον νεοελληνικό βίο
Στη δεύτερη κατηγορία των διηγημάτων που αναδεικνύουν κάποια ειδοποιά χαρακτηριστικά της νεοελληνικής ζωής ή και εν γένει του σύγχρονού αστικού βίου, εντάσσονται τα διηγήματα Η μαμά του κτήνους,Το χιλιόμετρο μηδέν, Νεοφορμαλισμός ή θάνατος, αλλά και δυο από την παραπάνω κατηγορία, το Να πως με λεν εμένα! και Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο των Εξαρχείων.
Η μαμά του κτήνους αποτελεί μια ακόμα εκδοχή της τυραννικής λόγω υπερβολικής λατρείας Ελληνίδας μάνας που γεννάει και ανδρώνει έναν φονικά εγωπαθή τύραννο. Ένα από τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της γραφής του Πουλή είναι το χιούμορ. Το χιούμορ που προκύπτει από την υπερβολή, από το τέντωμα καθημερινών καταστάσεων στα άκρα προκαλώντας το λαγαρό γέλιο του αναγνώστη. Μέσα απ’ αυτή την υπερβολή φωτίζεται κι αναδεικνύεται το ιδιάζον κάθε φορά χαρακτηριστικό, η αλήθεια που θέλει να αναδείξει ο συγγραφέας. Όπως, λόγου χάρη, στο Νεοφορμαλισμός ή θάνατος όπου μέσω πάλι της κωμικής διάστασης του διηγήματος, η οποία τη φορά αυτή δεν προκύπτει τόσο από την υπερβολή, αλλά από τη μετατόπιση σε ένα άλλο επίπεδο, αναδεικνύεται η βία που υποκρύπτει το θεωρητικά εκλεπτυσμένο σινάφι των λογοτεχνών. Ο Πουλής μεταθέτει τη γλώσσα και κυρίως τη χουλιγκανική βία των γηπέδων στο λογοτεχνικό σαλόνι.
Το χιλιόμετρο μηδέν, διήγημα εμφανώς επηρεασμένο από αληθινά νοσοκομειακά περιστατικά, ξεκινάει ως κωμικό αφήγημα αναζήτησης του χιλιομετρικού σημείου μηδέν και καταλήγει στη εκμηδένιση της αξίας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα νοσοκομεία. Σε αυτή τη χώρα, αδυνατούμε να ορίσουμε το μηδέν γιατί το ζούμε καθημερινά στο πετσί μας.
Ο έρωτας
Τα διηγήματα με θέμα τον έρωτα, με εξαίρεση τον Θρίαμβο που είναι περισσότερο ένα εξαιρετικά επιτυχημένο λογοτεχνικό σχόλιο πάνω στον Εμπειρίκο, διακατέχονται από τον ίδιο πεσιμισμό, προσεγγίζοντας κάθε φορά τον έρωτα υπό το πρίσμα της ματαίωσης. Ο έρωτας ξεκινάει ως ένα θαύμα, ως κάτι μαγικό, γρήγορα όμως τα μάγια λύνονται. Υπό μία έννοια ο έρωτας στην εν λόγω συλλογή είναι πάντοτε ανεπίκαιρος. Ενδεχομένως αυτό να αποτελεί ένα σχόλιο για τη γενιά ή την εποχή μας. Στον Ανεπίκαιρο Έρωτα η Ιστορία με Ι κεφαλαίο δεν επιτρέπει, όπως είπαμε, την εξέλιξη της μικρής προσωπικής ιστορίας των ηρώων, ενώ ο Θερμοστάτης, χτίζεται πάνω στη ρήση ότι τα αντίθετα έλκονται, για να την καταρρίψει, μέσω και πάλι του σχήματος λόγου της υπερβολής, καταδεικνύοντας ότι τα άκρως αντίθετα αλληλοαναιρούνται.
Στο Κάθισμα του Τζαγκάναθ Σάνκερσεθ, ενώ ερχόμαστε πολύ γρήγορα αντιμέτωποι με την ίδια αδήριτη μοίρα (η έλευση στο βαγόνι της εκθαμβωτικής Όλγας καταδικάζει εν τη γενέσει του το εκκολαπτόμενο ειδύλλιο μεταξύ Γιώργου και Μαρίας) το διήγημα ξαφνικά εκτρέπεται και παίρνει μια απρόσμενη τροχιά μέσα από την αφήγηση μιας δεύτερης ιστορίας μέσα στην ιστορία. Εδώ ψαύουμε, μέσα από την τελετουργική αφοσίωση του Τζαγκάναθ Σάνκερσεθ στη λατρεία της πεθαμένης τους γυναίκας, τα χειροπιαστά τεκμήρια ενός αληθινού έρωτα, που όμως δεν μπορεί παρά να πιστοποιηθεί μετά θάνατον, μετά το οριστικό τέλος της σχέσης.
Και σε αυτό το διήγημα πιστοποιούμε και απολαμβάνουμε το περιγραφικό ταλέντο του Κωνσταντίνου Πουλή ο οποίος στήνει μπροστά στα μάτια μας αληθοφανείς κι αυτόνομους λογοτεχνικούς ήρωες. Η φιγούρα του κυρίου Ανδρέα ο οποίος κάθε φορά που φταρνίζεται «νομίζεις ότι ανατινάζεται, ότι έχει καθίσει πάνω σε εκρηκτικά και ότι τα γυαλιά του θα πεταχτούν σαν θραύσματα από βομβαρδισμένο κτήριο» είναι από τις πιο ζωντανές του βιβλίου. Ενώ ζηλευτή είναι και η ικανότητα ανάδειξης της κρίσιμης λεπτομέρειας πάνω στην οποία χτίζονται οι χαρακτήρες και η οποία δίνει πάτημα για την πρόοδο της πλοκής. Από το άθροισμα τέτοιων κρίσιμων λεπτομερειών, όπως π.χ. το συνωμοτικό νευρικό γέλιο του ζευγαριού με τα φταρνίσματα του κυρίου Ανδρέα, γίνεται αντιληπτή η εξέλιξη του καταδικασμένου ειδυλλίου.
Γόνιμα συμπεράσματα προκύπτουν κι από ενδεχόμενες διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις των διηγημάτων, όπως λ.χ. με γνώμονα το είδος της αφήγησης που επιλέγει ο συγγραφέας για το καθένα απ’ αυτά. Το Ενάμιση τετραγωνικό μέτρο είναι ένα διήγημα στιγμιότυπο χωρίς πλοκή η ξεδίπλωμα χαρακτήρων, αλλά το οποίο εντυπώνεται στον αναγνώστη σαν φωτογραφία. Το Να πώς με λεν εμένα! μπορεί να διαβαστεί ως ένας άψογος θεατρικός μονόλογος, ενώ το Νεοφορμαλισμός ή θάνατος είναι απ’ όλες του τις πλευρές ένα θεατρικό μονόπρακτο. Εδώ και πάλι αναδεικνύεται η ικανότητα του Πουλή, λόγω της συσσωρευμένης πείρας στη συγγραφή θεατρικών έργων, στη διδασκαλία και στη διδασκαλία συγγραφής θεατρικού έργου, να προσδίδει σε κάθε χαρακτήρα το ξεχωριστό και μοναδικό, απαραίτητο εκείνο γλωσσικό ιδίωμα για το χτίσιμο ενός αληθοφανούς λογοτεχνικού ήρωα.
Τα πιο υπαρξιακά διηγήματα, όπως το Ο Λεονάρντο ντι Κάπριο των Εξαρχείων, το Χιλιόμετρο μηδέν, Ο Θερμοστάτης καιΤο κάθισμα του Τζαγκάναθ Σάνκερσεθ είναι αφηγηματικά και μεγαλύτερα σε μέγεθος, καθώς η εκδίπλωση της αφήγησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάδειξη του υπαρξιακού βάθους των ηρώων. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε ότι ο Πουλής χρησιμοποιεί την αφήγηση σαν τηλεφακό πότε κάνοντας γκρο πλαν στους χαρακτήρες κι εστιάζοντας στις λεπτομέρειες, και πότε ανοίγοντας το διάφραγμα ώστε να προσφέρει πανοραμική θέα των τεκταινομένων στον αναγνώστη. Μέσα από την εξισορρόπηση τέτοιων αντιθέσεων γίνεται αντιληπτή η άρτια οικονομία του κάθε διηγήματος. Η γλώσσα υπηρετεί την νοηματική ανάγκη κάθε ιστορίας και όχι το αντίθετο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάκριση των διηγημάτων σε διηγήματα με παντογνώστη αφηγητή και σε εκείνα χωρίς. Ο δε αφηγητής κάνει αισθητή την παρουσία του με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο, παρεμβαίνοντας και  σχολιάζοντας την εξέλιξη της ιστορίας: «Ξέρετε γιατί γελούσαν; Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο που δεν βρίσκεις ίσιο παΐδι και κανείς δεν ταιριάζει με κανέναν, αυτοί οι άνθρωποι ήταν μια συγχορδία».
Με τον τρόπο αυτό εντείνεται εκεί που χρειάζεται η προφορικότητα και η θεατρικότητα των κειμένων. Έτσι προκύπτει και το ανάλαφρο, παιγνιώδες και ζωντανό ύφος του Πουλή, ο οποίος γράφει με μικρές φράσεις, τις οποίες ενίοτε ενώνει για να σχηματίσει μεγαλύτερες περιόδους, φράσεις που βασίζονται πάντοτε στο ρήμα, ενισχύοντας την αίσθηση της κίνησης και της ροής του κειμένου. Η γραφή του δεν παραπέμπει στο κλασικότροπο ελληνικό ή ξένο διήγημα που παίζει με την σύνταξη, τα επίθετα και τα επιρρήματα χτίζοντας επιβλητικό κείμενο με βαρύτερα υλικά. Η γλώσσα του ωστόσο δεν είναι αφρόντιστη, ούτε γράφει όπως μιλάμε, αλλά καταφέρνει να συγκεράσει στο γραπτό του χωρίς να προδώσει τον εαυτό του, διαφορετικά επίπεδα γλώσσας από το πιο λόγιο ως το πλέον προφορικό. Ο Πουλής, από πεποίθηση ή ιδιοσυγκρασία, κλείνει διαρκώς προς τον προφορικό λόγο και το παραμύθι, ενίοτε ακόμα και προς το ανέκδοτο. Έχει ήδη από την πρώτη του συλλογή βρει τη γλώσσα που χωράει χωρίς να ενοχλεί το παιχνίδι των υπερβολών, της ειρωνείας και του χιούμορ που τόσο φυσικά ξεχειλίζει από μέσα του.

Ο 19ος αιώνας, εποχή επουδενί ζοφερότερη από τη σημερινή, γέννησε μεγάλους συγγραφείς, όπως λ.χ. ο Ντίκενς ή ο Μπαλζάκ οι οποίοι αποτύπωσαν τη δεδομένη ανθρώπινη συνθήκη με τον πιο αυστηρά ρεαλιστικό τρόπο, εικονογραφώντας μαεστρικά όλο το βάρος μιας εποχής που συνέθλιβε την ανθρώπινη ύπαρξη. Στη δική μας εποχή της απουσίας των μεγάλων τεράτων της λογοτεχνίας, των μπαϊλντισμένων και ανυπόμονων αναγνωστών, ίσως η ανάλαφρη και παιγνιώδης διάθεση που επιλέγει ο Πουλής για να μας μιλήσει για το παρόν μας και τις ανεπαίσθητες μετακυλήσεις των τεκτονικών πλακών της ψυχής μας υπό το βάρος των ιστορικών γεγονότων να είναι ο ιδεώδης τρόπος. 


Πρώτη δημοσίευση: Book Press.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου