Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Ἠλία Παπαδημητρακόπουλου, Ὁ θησαυρὸς τῶν ἀηδονιῶν καὶ ἄλλα διηγήματα. Σχέδια Εὔης Τσακνιᾶ, ἐκδ. Γαβριηλίδη, Ἀθήνα 2009

Προκειμένου νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἀβίαστη γοητεία ποὺ ἀσκοῦν τὰ διηγήματα ποὺ δημοσιεύονται στὴ συλλογὴ Ὁ θησαυρὸς τῶν ἀηδονιῶν, θὰ ξεκινήσω ἀνάποδα, ἀπὸ τὸ τί δέν κάνει ὁ συγγραφέας τους. Κάθε ἀναγνώστης ἔχει τὰ χούγια του, τὰ παράπονά του καὶ τὶς προτιμήσεις του ἀπὸ τὴ λογοτεχνία ποὺ διαβάζει. Τὸ δικό μου παράπονο εἶναι ὅτι μοῦ φαίνεται πὼς συχνὰ κινούμαστε ἀνάμεσα στὶς συμπληγάδες μιᾶς ὑπερήφανης ἀμάθειας, ὅπου πρωτεύει τὸ βίωμα, λὲς καὶ μᾶς ἐνδιαφέρει τί τοῦ ἔλαχε τοῦ καθενός, καὶ μιᾶς βλοσυρῆς πολυμάθειας, ὅπου καταπλακωμένος κάτω ἀπὸ τόμους ὁ συγγραφέας πασχίζει νὰ ἀρθρώσει ἕναν λόγο ποὺ νὰ ἀκούγεται σὰν νὰ βγαίνει ἀπὸ δόντια, χείλια καὶ στομάχι, ἐνῶ βγαίνει πάντα ἀπὸ σεμινάριο. Χειρότερος σύμβουλος αὐτῆς τῆς γραφῆς εἶναι ἡ ἀγωνία τῆς λογοτεχνικότητας, τὸ ἱδρωμένο μέτωπο τοῦ συγγραφέα ποὺ πολεμάει νὰ ἐκφραστεῖ «λογοτεχνικά».


Κι ὅμως, ἀκριβῶς ὅπως ὁ καλὸς κιθαριστὴς δημιουργεῖ γιὰ λίγο τὴν ψευδαίσθηση πὼς ἡ κιθάρα εἶναι εὔκολη ὑπόθεση καὶ πώς, ἔτσι καὶ τὴν πιάσουμε στὰ χέρια μας, τὸ θαῦμα μᾶς περιμένει, χαρακτηριστικὸ τῆς καλῆς τέχνης εἶναι πὼς ἡ προσπάθεια δὲν πρέπει νὰ φαίνεται. Ἡ γοητεία λοιπὸν τοῦ Παπαδημητρακόπουλου ἔγκειται στὴ χάρη μὲ τὴν ὁποία τὰ διηγήματά του συνδυάζουν τὸ ἐνδιαφέρον, τὴν αἰχμηρότητα, μὲ τὴν παιδικὴ ἐλαφράδα.
Τὸ «Πλασμώδιο falciparum», πρῶτο διήγημα τῆς συλλογῆς, ἀνοίγει καὶ κλείνει μὲ τὸν θάνατο. Ξεκινᾶ μιλώντας γιὰ τὸν πόλεμο ποὺ μόλις ξεκινᾶ, καὶ ἀμέσως μετὰ μᾶς καταλαμβάνουν παιδικὲς ἔγνοιες, μικρὲς καὶ χαριτωμένες: ἕνας πυρετός, ἕνα ταξίδι ἀνάρρωσης, μέχρι νὰ φτάσουμε στὸ τέλος νὰ μάθουμε γιὰ τὸν θεῖο Ἄγγελο, ποὺ μᾶς ἐπαναφέρει στὸ βαρὺ κλίμα τῆς ἀρχῆς τοῦ διηγήματος, καθὼς μαθαίνουμε γιὰ τὸν θάνατό του στὸν ἐμφύλιο. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, χωρὶς νὰ χαθεῖ τὸ λογοτεχνικὸ στίγμα τῆς παιδικότητας, ἡ ἱστορία ἔχει ἀποκτήσει τὴ διπλὴ προοπτική, τῆς ματιᾶς τοῦ παιδιοῦ καὶ τῆς ματιᾶς τοῦ θανάτου, ποὺ δίνει τὸν τόνο καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀφηγήματος.
Ἕνα γνώρισμα τῆς γραφῆς ποὺ δὲν πιέζεται καὶ δὲν δυσκολεύται νὰ κερδίσει τὸν ἀναγνώστη, εἶναι ἡ τόλμη τοῦ περιττοῦ. Στὸ διήγημα «Πρωτοχρονιά!», τὸ βαμπάκι ποὺ κουβαλοῦν ἀπὸ τὸ ἀναρρωτήριο γιὰ νὰ τὸ στρώσουν νὰ παραστήσει τὸ χιόνι, ἡ κομπόστα ροδάκινο «τῆς ὁμοσπονδίας γεωργικῶν συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης», μᾶς διασκεδάζουν βυθίζοντάς μας σε μιὰ πραγματικότητα ποὺ περιγράφεται μὲ χιοῦμορ καὶ εἶναι ἀπολύτως χειροπιαστή, ἐνῶ σιγὰ-σιγὰ παρουσιάζεται ὅλο καὶ πιὸ γλαφυρὴ ἡ εἰκόνα τῆς στενόχωρης στρατιωτικῆς ἀνδροπαρέας, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ γυναικεῖο βλέμμα καὶ τὴ βιαστικὴ συνεννόηση ἑνὸς τῆς παρέας μὲ χειρονομίες μέσα ἀπὸ τὸ τζάμι τοῦ τράμ, «γιὰ κάτι κάπως ἀόριστο μέν, ἀλλὰ πάντως προσεχές, ἢ ἀκόμη καὶ ἀμέσως ἐπικείμενο».
Μιὰ σημαντικὴ ἀρετὴ τῆς συλλογῆς εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ συγκεκριμένου. Ὅτι τὸ βίωμα ἔχει σάρκα καὶ ὁστά. Εἴτε πρόκειται γιὰ τοὺς μαθημένους ἀπὸ καταστροφὲς Μικρασιάτες, ποὺ «ἔφτιαξαν κοτέτσια, ἀνάστησαν κοτόπουλα καὶ κουνέλια, κουβάλησαν μιὰ κατσικούλα μαλτέζα γιὰ τὸ γάλα» («Ἡ δεκαοχτούρα»), εἴτε γιὰ τὸ κοριτσάκι «ποὺ ἅπλωσε τὴν ποδίτσα του περιμένοντας τὰ καρύδια» («Πρωτοχρονιά!»), ἔχουμε μονίμως τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ πραγματικότητα δὲν εἶναι πρόσχημα μιᾶς ἰδέας, εἶναι ζωὴ ποὺ σπαρταράει. Στὰ τελευταῖα διηγήματα, τὶς «Παιδαριώδεις ἱστορίες», ποὺ εἶναι μαζὶ παιδικές, σοφὲς καὶ σκληρότατες –ὅπως δείχνει τὸ παράθεμα ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχή: Λύκε, λύκε/ δὲν πιστεύω ὅ,τι καὶ νὰ λὲς/ξαίρω ὅτι εἶσαι μόνος/καὶ τὰ βράδια κλαῖς...– μαθαίνουμε γιὰ γαϊδούρια ποὺ τοῦς ἔβγαζαν τὰ μάτια οἱ κουροῦνες καὶ γιὰ περαστικοὺς ποὺ «χάζευαν λευκασμένα κρανία καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα» («Τὰ γαϊδούρια»), γιὰ τὸ γουρούνι ποὺ χαϊδεύεται σὰ γατί, μέχρι καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ σφάζει ὁ χασάπης («Ὁ χοῖρος») καὶ γιὰ ἕνα σκυλὶ ποὺ τὸ ἀφεντικό του πιέζεται νὰ τὸ ξεκάνει γιατὶ τρώει τὶς κότες τῶν χωριανῶν, καὶ ὅταν τελικὰ τὸ γλυτώνει λέει πὼς «ἀπὸ τότε χάλασε ἡ φιλία μας» («Τὸ σκυλί»).
Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ συγγραφέα σὲ νοσταλγικὰ βιώματα εἶναι δίκοπο μαχαίρι, διότι μπορεῖ κάλλιστα ἐμεῖς νὰ μὴν τὸν ἀκολουθοῦμε ἐκεῖ ὅπου δακρύζει, νὰ μὴν γελᾶμε ἐκεῖ ὅπου γελάει. Ὁ Καβάφης τὸ ἤξερε καλά: ὁ ποιητὴς πρέπει νὰ φοβᾶται τὰ περιστατικὰ γιὰ τὰ ὁποῖα νιώθει μεγάλη συγκίνηση, διότι ὑποφέρει λέει τότε ἀπὸ ἀχρωματοψία («γίνεται οὔτω ὡς colour blind δι’ ἕνα μέρος τοῦ ἔργου του»), δὲν μπορεῖ νὰ ἀξιολογήσει τὰ γραπτά του, νὰ καταλάβει ἂν ἡ συγκίνηση ὀφείλεται στὶς μνῆμες του ἢ στὸ ποίημα. Ταυτοχρόνως, γιὰ τί ἄλλο νὰ γράψει κανείς, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τὸν συγκινοῦν; Αὐτὴ τὴ δύσκολη ἰσορροπία πετυχαίνει ὁ Παπαδημητρακόπουλος.
Δὲν ξέρω ἂν ἡ γραφὴ αὐτὴ θὰ ἱκανοποιεῖ ἀναγνῶστες μὲ φιλοσοφικότερα ἢ ἐν γένει θεωρητικότερα γοῦστα, ὅμως πρόκειται ὁπωσδήποτε γιὰ ρεαλισμὸ ποὺ ἔχει φιλτραριστεῖ ἀπὸ τὴν εὐαισθησία τοῦ συγγραφέα, ἔτσι ὥστε ἡ «φέτα ζωῆς», ποὺ κάθε φορὰ ἐπιλέγει, νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει, καὶ πάντως πρόκειται σίγουρα γιὰ γλωσσικὸ κομψοτέχνημα.
Δημοσιεύτηκε στο περ. Πλανόδιον (Ιούνιος 2010) 48: 882-3.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου