Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Το άγραφο αριστούργημα











































Μάλιστα, λοιπόν: μέρος πρώτο, κεφάλαιο πρώτο. Ή μάλλον πρόλογος. Να ξεκινήσω από τον πρόλογο, έχω ταλέντο στους προλόγους. Τώρα βέβαια, μια φράση έχω γράψει όλη κι όλη, μήπως είναι λίγο νωρίς για πρόλογο; Σωστό, σωστό, το δέχομαι, ο πρόλογος μπορεί να περιμένει. Αυτήν την ιστορία την έχω στο μυαλό μου εδώ και χρόνια, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Είναι έτοιμη, στρωμένη δουλειά. Πιάνεις το μολυβί, το σηκώνεις, και ολόκληρο το μυθιστόρημα ξεχύνεται στο χαρτί. Αρκεί να ξυπνήσεις το μολύβι και όλα γίνονται από μονά τους. Σαν να αδειάζεις μια κανάτα με νερό. Την αρπάζεις, την γέρνεις και ιδού το θαύμα.

Αυτή είναι η μόνη μου αδυναμία. Σπανίως κάνω αυτήν την κίνηση. Δεν είναι απλό να είσαι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας χωρίς να έχεις γράψει. Το φορτίο είναι τρομακτικό. Βεβαίως, κάποιοι θα πουν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε ανικανότητα ή δειλία. Να δηλώνει απλώς ότι φοβάσαι πως έτσι και αναποδογυρίσεις την κανάτα θα αποδειχθείς συγγραφίσκος της πεντάρας, μούφα, ρεντίκολο. Θα σας κάνει εντύπωση, αλλά έχω τρομερή κατανόηση γι αυτού του είδους την επιθετικότητα. Η αφέλεια αύτη είναι αναμενόμενη από όσους δεν έχουν νιώσει ποτέ το βάρος της ιδιοφυΐας. Εγώ προσωπικώς δεν ενδιαφέρομαι να πείσω κανέναν. Οι συνάδελφοι μου το γνωρίζουν ότι αυτή η δουλειά απαιτεί υπομονή.
Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που γράφουν και σε αυτούς που δεν γράφουν. Όσοι δεν γράφουν, σηκώνονται για μια στιγμή από το χώμα και ξαναβυθίζονται στο χώμα, χωρίς να διαφέρουν από τους βατράχους, τις σαύρες και τους ψύλλους. Ο ψύλλος τρώει, πίνει, γερνάει, ψοφάει, αυτό ήταν. Το σχέδιο του κόσμου τού διαφεύγει, δεν συμμετέχει στην πυραμίδα της δημιουργίας. Λοιπόν οι επιλογές είναι δύο: ή σαν συγγραφέας θα ζήσει κανείς ή σαν ψύλλος.
Στην δουλειά μας, λοιπόν. Στο έργο μας. ‘Ο Στάθης φόρεσε νευριασμένος το παλτό του, πήρε την βαλίτσα του και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.’ Καταπληκτικό! Καταπληκτικό! Είναι κρίμα που κάθε φορά που διαβάζω αυτές τις τρεις λέξεις σταματάω για να τις θαυμάσω, αλλά δεν μπορώ να μην ενθουσιαστώ με την τρομακτική συμπύκνωση που έχει επιτευχθεί ήδη με την πρώτη φράση. Ας μου επιτραπεί να καθυστερήσω για λίγο την αφήγηση, προκειμένου να εκτιμηθεί πλήρως το βάθος αυτής της εναρκτήριας πρότασης: ο Στάθης. Όχι κανένας Σαρπηδόνας, όχι κανένας Jonathan- ο Στάθης. Διαδραματίζεται συνεπώς στην Ελλάδα, και μάλιστα την σύγχρονη. Δεν είναι λαϊκό όνομα, άλλα δεν είναι και εξεζητημένο. Πρόκειται για κάποιον ‘μέσο άνθρωπο’, όπως λέμε. Τί έκανε; ‘Φόρεσε το παλτό του.’ Λοιπόν όλα αυτά δεν συμβαίνουν μέσα στην ραστώνη και την σχόλη του καλοκαιριού. Διακόπτουν την καθημερινότητα της εργασίας. Αυτός ο μυστηριώδης άνδρας με την βαλίτσα δεν θα πάει στην δουλειά του αύριο το πρωί. Κάποιος προϊστάμενος θα τον περιμένει άδικα. Και τώρα η κρίσιμη λέξη: ‘νευριασμένος’. Πρόκειται για την αρχή ενός δράματος. Μιας ιστορίας που μένει να παρουσιαστεί μπροστά στα ανυπόμονα μάτια μας. Το βέβαιο είναι ότι καθώς ο Στάθης φοράει το παλτό του, αναγνώστες από όλες τις άκρες του κόσμου έχουν την ίδια βασανιστική απορία. Αρχίζουμε πια να αναρωτιόμαστε για το πιο σημαντικό: την αιτία. Τί έσπρωξε τον Στάθη να βροντήξει την πόρτα πίσω του; Η απάντηση είναι απλή, απαιτεί μόνο συγκέντρωση και επιμονή στην λεπτομέρεια. Η λύση του μυστηρίου υπάρχει στην πρώτη φράση. Το κλειδί είναι η βαλίτσα. Οι νεαροί ταξιδεύουν με σακίδια. Μόνον οι άνθρωποι πιο προχωρημένης ηλικίας χρησιμοποιούν πια βαλίτσες, τις όποιες η νέα γενιά θεωρεί -αδίκως κατά την άποψη μου- εξόχως ντεμοντέ. Ο Στάθης είναι μεσήλικας! Τι μπορεί λοιπόν να οδηγήσει έναν μεσήλικα στην εγκατάλειψη του σπιτιού του; Τι άλλο από τα μαρτυρία της συζυγικής μέγγενης; Οι αναγνώστες έχουν αρχίσει ήδη να διχάζονται. Οι γυναίκες ξεχειλίζουν από θυμό και φωνάζουν: ‘στο καλό να πάει, να δούμε ποιος θα τον σιδερώνει’, ενώ οι άνδρες αναγνώστες χαμογελούν γαλήνιοι, ακόμη και αν δεν τολμούν να εξηγήσουν στην γυναίκα τους τον λόγο. Τι όνειρο... ο ήχος μιας πόρτας, που κάνει την μουρμουρά δεκαετιών να σωπάσει. ‘Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά.’
Ανακεφαλαιώνω: ‘Ο Στάθης φόρεσε νευριασμένος το παλτό του, πήρε την βαλίτσα του και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.’ Όλο το μυθιστόρημα περικλείεται σε αυτήν την φράση. Δεν πρέπει έπ' ουδενί να διακοπεί η συγγραφή. (Κάποιος θεατής κάνει θόρυβο) Τώρα δεν το έλεγα; Μυθιστόρημα γράφω, δεν δουλεύω τόρνο, χρειάζομαι ησυχία! Ο παραμικρός θόρυβος, η εισβολή μιας ανόητης καμαριέρας, ακόμη και ένα κτύπημα του τηλεφώνου είναι ικανά να καταστρέψουν τα πάντα. Να διακόψουν τον ειρμό της γραφής και να κατασφάξουν τα καλλικέλαδα πουλιά τής Ανοίξεως. Πάπαλα! Ποτέ, ποτέ δεν πρέπει ο συγγραφέας να διακόπτει ή να διακόπτεται. Ο συγγραφέας δοκιμάζεται με πολλούς τρόπους, όμως αν έχει πραγματικά το σκαρί του δημιουργού, τίποτε δεν μπορεί να τον σταματήσει. Ο νεοέλλην ποιητής που έγραφε ατάραχος στο γραφείο του την ώρα που τρομερός σεισμός έσπαζε τα κάδρα του σπιτιού του, γκρέμιζε τους τοίχους και γέμιζε σκόνες και τσιμέντα τις λευκές σελίδες του, πρέπει να είναι το πρότυπο μας. Η λογοτεχνία είτε θα γραφτεί μέσα στα χαλάσματα είτε δεν θα γραφτεί καθόλου! Δεν υπάρχει περιθώριο για πολυτελείς απαιτήσεις, διότι ο κόσμος, οι άνθρωποι, τα φυσικά στοιχεία, θα είναι πάντοτε εχθρικά προς την λογοτεχνία. Θα γράψει μόνον αυτός που μπορεί να εργαστεί απερίσπαστος μέσα στην καταστροφή. Δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο που να είναι κατάλληλο γι' αυτήν την δουλειά. Κρατάμε ημερολόγιο μέσα στα χαρακώματα, σαν τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής- αυτό κάνουμε.
Και είμαι, αγαπητοί, ανάμεσα στους λίγους, στους ελαχίστους, που γνωρίζουν την αιτία αυτής τής δυσκολίας. Ο Θεός δεν εποίησε τα πάντα εν σοφία, έφτιαξε έναν κόσμο γεμάτο από κουμπότρυπες χωρίς κουμπιά και κουμπιά χωρίς κουμπότρυπες. Ποιους άλλους θα ζηλέψει λοιπόν αυτός ο ατελής Πλάστης, από τους ανταγωνιστές του, τους συγγραφείς. Με ματωμένα χέρια μέσα σε σπίτια που γκρεμίζονται θα γραφτεί η λογοτεχνία. Αυτές οι πρώτες λέξεις του μυθιστορήματος μου, που σας διάβασα, είναι λάφυρα μάχης από τον πιο αμείλικτο αντίπαλο, είναι τα ελάχιστα χειρόγραφα που σώθηκαν από την πυρκαγιά. Κανείς δεν θα σταθεί εμπόδιο στο έργο μου.
Έλεγα λοιπόν, ‘Ο Στάθης φόρεσε νευριασμένος το παλτό του, πήρε την βαλίτσα του και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.’ Όσο σκέφτομαι πόσο απέχει ακόμη και η τελειότερη φράση από την λογοτεχνική επιτυχία, τρομάζω. Δε λέω, εγώ την δουλειά μου θα την κάνω, το έργο μου θα ολοκληρωθεί, όπως ακριβώς το οφείλω στους αναγνώστες των μελλοντικών γενεών. Δεν με τρομάζει ούτε ο κόπος, ούτε οι εκατοντάδες σελίδες που θα χρειαστεί να δακτυλογραφήσω. Αλλά ρωτώ: ποιος είναι ο εκδότης που θα αναλάβει ένα τέτοιο έργο; Έμενα το μυθιστόρημα μου είναι σχεδόν έτοιμο, υπάρχει πάντως όλος ο πνευματικός πυρήνας. Από αυτά τα πουλημένα τομάρια, όμως, ποιος είναι σε θέση να εκτιμήσει μια τέτοια πνευματική έκρηξη; Αυτοί εκδίδουν σωρηδόν κάτι μωρολογήματα, γραμμένα όλα από συγγραφείς αγράμματους και άξεστους, λες και εμείς που τελειώσαμε πανεπιστήμιο είμαστε κορόιδα.
Θα μου πεις, αγράμματος ξαγράμματος ο άλλος γράφει, εσένα τι να σου εκδώσουν, τις τρεις γραμμές με τον Στάθη που φοράει το παλτό του; Αυτό είναι χτύπημα κάτω από την ζώνη, για να μην πω ότι πρόκειται για απροκάλυπτη χυδαιότητα. Μα αυτό είναι το θέμα τώρα; Στο κάτω-κάτω εγώ δεν δέχομαι να μπω στο ίδιο τσουβάλι με τον κάθε ξιπασμένο που τρέφει λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Έμενα η λογοτεχνία είναι η ζωή μου, δεν είναι χόμπι. Μόνο εγώ το ξέρω τι έχω περάσει όλα αυτά τα χρόνια, τι ξενύχτια και τι θυσίες, για να μπορώ να ονομάζομαι σήμερα λογοτέχνης. Τέλος πάντων, εγώ το είπα, το έργο μου θα το ολοκληρώσω, αλλά να μη νομιστεί ότι δεν έχω συναίσθηση των αδιεξόδων. Πώς να ωριμάσει ένας συγγραφέας του οποίου το κοινό δεν έχει γεννηθεί ακόμα;
Το κοινό σήμερα είναι απλώς αμόρφωτο. Του λείπουν τα στοιχειώδη. Εγώ πάω να μιλήσω για λεπτές αποχρώσεις και το κοινό τα βλέπει ασπρόμαυρα. Χρειάζεται μελέτη όμως, το βιβλίο δεν είναι τηλεόραση, που προχωράει μόνη της. Για να γυρίσεις την σελίδα θέλει να βάλεις δύναμη και με τα δυο χέρια, θέλει ιδρώτα. Εδώ, για παράδειγμα, υπάρχει μία συνέχεια: Σωκράτης, Δον Κιχώτης, Πρίγκιπας Μίσκιν, Στάθης. Πώς να καταλάβεις, αν δεν έχεις τα θεμέλια; Αυτά όμως δεν έπρεπε να τα λέω εγώ. Αυτή την δουλειά έπρεπε να την κάνουν οι κριτικοί. Να πάρουν τον αναγνώστη από το χέρι, να πάρουν και το έργο μου, και να του εξηγήσουν: αυτοί είναι οι λογοτεχνικοί πρόγονοι, αυτός είναι ο Στάθης, αυτά είναι τα κρυμμένα νοήματα, κ.ο.κ.
‘Το έργο μου’, ‘το έργο μου’, το λέω και το ξαναλέω, όμως η αλήθεια είναι ότι παραείμαι φειδωλός κι εγώ. Είπαμε να μη θυσιάζουμε την ποιότητα για χάρη της ποσότητας, άλλα και το δικό μου το χαΐρι πια, ‘μπήκε ο Στάθης, βγήκε ο Στάθης, καληνύχτα σας’... δεν είναι έτσι. Θέλει ανάπτυξη. Επέκταση. Είναι τόσος καιρός πια, το διαβάζω, το ξαναδιαβάζω, το κοιτάζω από ‘δω, το κοιτάζω από ‘κει και δεν μπορώ να συνεχίσω. Έχω βαλτώσει, δεν μπορώ να προσθέσω λέξη. Μου είναι αδύνατο να φανταστώ την συνέχεια της ιστορίας. Μερικές φορές παίρνω την απόφαση να μην τα αφήνω όλα στην έμπνευση. Λέω: πρόγραμμα. Τρεις ώρες κάθε μέρα, το απόγευμα, την ίδια ώρα, θα τις αφιερώνω στον Στάθη. Τίποτε. Όλη μέρα με τρώει ο ήλιος και η αρμύρα, και το βράδυ μαζεύω τα δίχτυα μου άδεια- κάθε βράδυ. Με την ίδια ελπίδα και την ίδια απογοήτευση. Λέω μετά να το ρίξω στο διάβασμα. Βουτάω στα βιβλία: λογοτεχνία, φιλοσοφία, ιστορία, τα ρουφάω σαν νερό. Χειρότερα. Μετράω τα βιβλία που έχω στην βιβλιοθήκη μου αδιάβαστα, και νιώθω αμόρφωτος. Πιάνω να διαβάσω, νιώθω ανίκανος. Σκέφτομαι μετά, το διάβασμα είναι για τους μελετητές, ο συγγραφέας δεν πρέπει να ξέρει τα πάντα, μόνο όσα του χρειάζονται. Και τότε νιώθω ότι για μένα όλα είναι άχρηστα, διότι εγώ δεν μπορώ να γράψω ούτε λέξη. Για ό,τι και να σκεφτώ, ο ενθουσιασμός μου διαρκεί ένα απόγευμα το πολύ. Μετά το ξανακοιτάζω και δε θέλω να το βλέπω. Είναι αδύνατο να ξεπεράσω την πρώτη φράση.
Μα τι με έπιασε τώρα και κατηγορώ τον εαυτό μου; Λες και δεν το ξέρω. Η έμπνευση θρέφεται και από την δόξα, και όποιος πει το αντίθετο λέει ψέματα. Έχεις ανάγκη να δεις ένα χαμόγελο, κάποιος να σε περιμένει να γράψεις. Εγώ γράφω χωρίς ανταπόκριση, δεν νοιάζεται κανείς.
‘…βρόντηξε την πόρτα πίσω του.’ Εδώ που τα λέμε, όποιος είναι να γράψει, γράφει. Αλλιώς, μπορεί όλα αυτά να είναι απλώς ανεμογκάστρι. Ανεμογκάστρι, ναι... Εγώ, αν γκρεμιζόταν το σπίτι μου, θα σηκωνόμουν και θα έτρεχα. Κι αυτές οι ιστορίες, με τον άλλον που έγραφε μες στα χαλάσματα... Εγώ άμα γκρεμιζόταν το σπίτι μου, θα την κοπάναγα και μην τον είδατε τον Παναή. Και ποιος θα γράψει; Ξέρω ‘γώ, κάποιος θα βρεθεί. Τόσος κόσμος είναι. Όλα εγώ πρέπει να τα κάνω;
Αγαπητοί μου να μη σας κουράζω άλλο. Εγώ πρέπει να πάω να μαγειρέψω (βλέπετε μένω μόνος, ποια γυναίκα αντέχει την ζωή δίπλα σε έναν συγγραφέα;). Είμαι σίγουρος ότι κι εσείς θα έχετε κάποια άλλη δουλεία να κάνετε, λοιπόν να μη σας κρατάω. Οι καιροί θα είναι πάντα μικρόψυχοι, αυτός ο κόσμος θα είναι πάντα αφιλόξενος για τους ποιητές. Καλή σας νύχτα.

Πρώτη δημοσίευση Πλανόδιον (2006) 40: 614-619

Φωτοτυπική αναπαραγωγή της δημοσίευσης εδώ.

1 σχόλιο:

  1. Κωνσταντίνε

    Διαβάζοντας κάποιος «πίσω από τις γραμμές» μπορεί εύκολα και γρήγορα να δει τη συνέχεια:

    Με το χτύπημα της πόρτας πέφτει το κουτί (του μακαρίτη), με το μυστικό του κρυμμένου θησαυρού. Η Γωγώ, η γυναίκα του Στάθη, το ανοίγει και ουρλιάζει από χαρά. Ο Στάθης, στη μέση του δρόμου, ακούει το ουρλιαχτό, γυρίζει να δει και τον παρασύρει διερχόμενο συρόμενο όχημα (νταλίκα). Τον πάνε στο νοσοκομείο όπου ο ορθοπεδικός είναι ο Άντονι, ο φίλος του από τον Στρατό. Ενώ του φτιάχνει το πόδι του μιλάει για ένα σχέδιο με εισαγωγές διακοσμητικής καρφίτσας (με δήθεν μαγικές ιδιότητες) από τη Κίνα. Συνεταιρίζονται και ξεσχίζονται στο χρήμα.
    Η Γωγώ είναι ακόμα πιο πλούσια, αλλά της την πέφτει ο Σάκης, ο ζιγκολό, με σκοπό να την μαδήσει. Η γκόμενα του Σάκη, η Ρίτσα, αναζητάει τον Στάθη για να καρφώσει τη σχέση του Σάκη με την Γωγώ. Βρίσκει τον Άντονι, ο οποίος αισθάνεται μία ανεξήγητη και πρωτόγνωρη έλξη για την Ρίτσα. Γρήγορα αποδεικνύεται ότι η Μαριαλένα, η μαμά της Ρίτσας, με την οποία έχουν εκπληκτική ομοιότητα, ήταν το κορίτσι που είχε ερωτευτεί τρελά ο έφηβος Άντονι και για να μην ξεθωριάσει εκείνη η ανάμνηση δεν ξαναπήγε ποτέ με γυναίκα!
    Ο Στάθης πηγαίνει στο Πεκίνο, όπου προσβάλλεται από τη νόσο των πτηνών. Ενώ χαροπαλεύει αρχίζει στη Αθήνα ένας προκαταρκτικός δικαστικός μαραθώνιος για το μερίδιό του στην εταιρία εισαγωγής καρφίτσας. Αντίδικοι είναι αρχικά η Γωγώ και ο Άντονι, ωστόσο, εντελώς αναπάντεχα, η Μαριαλένα αποκαλύπτει ότι κάποτε είχε πάει στο Σουφλί να συναντήσει τον Άντονι, για να αναθερμάνει τον παλιό τους έρωτα. Εκεί γνώρισε τον Στάθη! Μια αφέγγαρη νύχτα, όταν έχει πάψει να γνέθει η αράχνη και να μύρεται ο γκιώνης, η κορεσμένη από την οδύνη Μαριαλένα αναζήτησε ακόρεστα την ηδονή. Ο Στάθης την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και έγειραν στο γρασίδι. Γρήγορα τους έλιωσε η πυρακτωμένη λάβα του έρωτα, οι καρδιές τους συντονίστηκαν στον ίδιο χτύπο και έγιναν δύο ψυχές σε ένα σώμα. Δηλαδή –για όσους δεν κατάλαβαν- ο Στάθης είναι ο φυσικός πατέρας της Ρίτσας, άρα εκείνη δικαιούται το μεγαλύτερο μερίδιο.
    Ο Στάθης, λίγο πριν πεθάνει, παντρεύεται –χρησιμοποιώντας πλαστό διαζευκτήριο- την Κινέζα νοσηλεύτρια Για Τρο. Η Για Τρο έρχεται στην Αθήνα, και χωρίς περιστροφές προτείνει στον Άντονι να συνεταιριστούν αλλά και να συζήσουν. Ο αδίστακτος Άντονι δέχεται το πρώτο, αλλά επιφυλάσσεται για το δεύτερο.
    Την πρώτη ημέρα της δίκης -με αντίδικους πλέον την Γωγώ, τον Άντονι, την Ρίτσα και την Για Τρο-, η τελευταία συναντάει τον Σάκη και τον ερωτεύεται παράφορα. Τώρα τα περιουσιακά στοιχεία περνάνε σε δεύτερη μοίρα και κυρίαρχο μέλημα των τριών γυναικών είναι η καρδιά του Σάκη, η οποία -ναι! ναι! σωστά το υποψιαστήκατε- έχει προσβληθεί από ένα σπάνιο καρδιακό νόσημα.
    Κάθε γυναίκα υπόσχεται πως αν κερδίσει τη δίκη θα διαθέσει ένα πολύ μεγάλο ποσόν για να εγχειριστεί ο Σάκης στην Αμερική. Στο πλευρό τους και η επίσημη Εκκλησία, καθώς και πολλοί ανιδιοτελείς φορείς.
    Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά: κεραυνός εν αιθρία!
    Κινέζοι τυμβωρύχοι ανακαλύπτουν πως το φέρετρο με τον Στάθη είναι άδειο. Ο πανούργος και πολυμήχανος Κεφαλλονίτης (από εκεί δεν ήταν ο Οδυσσέας;) έχει καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο:

    (Κάπου εδώ στράγγισε η κανάτα με το νερό. Αν κάποιου Ελισσαίου, Αλέξανδρου, Μαρίας, Μαρίας, Ειρήνης –και του αδελφού αυτής-, Μέμης ή εταίρου μέλους της ομήγυρης ή και εκτός αυτής έχει ξυπνήσει το μολύβι ας πάρει την σκυτάλη, να συνεχίσει).

    Ένας ψύλλος που φιλοδοξεί να ψηλώσει (πνευματικά).

    Για την αντιγραφή

    Κοσμάς Κέφαλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή