Tweets by @KonnosPoulis Follow @KonnosPoulis

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Έργα και σχολές

Το να πει κανείς ότι ένα έργο είναι πρωτοποριακό ή συντηρητικό είναι ένας συνηθισμένος τρόπος με τον οποίον εξασφαλίζονται συμμαχίες. Και οι συμμαχίες είναι απαραίτητες σ' αυτόν τον σκληρό κόσμο, τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο απουσιάζουν τα κριτήρια. Γιατί καλό έργο μπορεί να φτιαχτεί με όλες τις συνταγές του κόσμου. Τι άλλο κάνει λοιπόν τους ανθρώπους να δείχνουν τόσο ενδιαφέρον για τις ετικέτες, εκτός από την επιθυμία εξασφάλισης προστασίας;


Η τέχνη του καιρού μας παρουσιάζει μια σειρά από πειραματισμούς που, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν είναι διόλου πειραματικοί –πέρασε ένας αιώνας πια από την πρώτη τους εμφάνιση. Σε μας μένει τώρα να αναρωτηθούμε τι άφησε πίσω του όλος αυτός ο σαματάς. Μια απάντηση είχε δώσει ο Μπρετόν, συζητώντας με τον Μπουνιουέλ για την πορεία που είχε πάρει η πρόκληση στην περίπτωση του φίλου τους Νταλί, όταν έλεγε (το 1950!) πως το πρόβλημα είναι ότι "δεν υπάρχει πια το σκάνδαλο". Ο σαματάς είναι σαματάς, κανείς δεν σκανδαλίζεται, εδώ και καιρό κλωτσάμε ψόφιο σκυλί, αμφισβητώντας κανόνες σε μια εποχή που δεν έχει κανόνα άλλον από την καθ' έξιν αντισυμβατικότητα. Η αληθινή καινοτομία είναι πια να αναλάβει κανείς το θάρρος να μιλήσει με τη φωνή του.

Στην αντίπερα όχθη συναντούμε αυτούς που είναι ικανοποιημένοι μόνο και μόνο επειδή δεν σκανδαλίζουν κανέναν (εκτός ίσως από το αντίπαλο σινάφι). Γνωρίζουν την παράδοση της τέχνης τους, δεν είναι αφελείς, δεν επιδιώκουν απλοϊκά τον εντυπωσιασμό. Το να αποφεύγει όμως μια γκάφα ο καλλιτέχνης δεν σημαίνει πως πέτυχε τον στόχο του. Σημαίνει μόνο πως δεν πέτυχε τον υπάλληλο του λούνα παρκ, αντί για τον στόχο. Οι αρχές δεν εγγυώνται τίποτε. Βραβεύουμε τον αθλητή όχι γιατί είναι γρήγορος, αλλά γιατί βγήκε πρώτος. Ώρα της αλήθειας είναι πάντα το έργο, μόνο το έργο.

Η σύγχρονη, θεωρητικοποιημένη κριτική μάς δίδαξε να περιφρονούμε την παραδοσιακή εντυπωσιογραφία τού "μ' αρέσει-δε μ' αρέσει", όπου σεβάσμιοι κριτικοί αναδείκνυαν ή κατακεραύνωναν δημιουργούς κατά το γούστο τους. Και εδώ είναι το ζήτημα: το αποτέλεσμα ήταν συχνά μια κριτική που απ' την πολλή απέχθεια προς την ιεράρχηση, κρίνει τελικά τις τάσεις και τα ρεύματα μάλλον, παρά τα έργα. Και αντίστροφα: αν τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει ένα έργο, αυτομάτως θεωρείται εχθρός της σχολής, ανήκει στην αντίπαλη φράξια, γι' αυτό δεν του αρέσει. Συμμαχίες, κλίκες, παρέες, τάσεις, περιοδικά, κρίνουν με βάση τις προγραμματικές αρχές, ανεξαρτήτως επιτεύγματος. Η κατηγοριοποίηση γίνεται η πιο δημοφιλής μορφή κριτικής, κι ας είναι η πιο κενή νοήματος. Τι ακριβώς λέμε σε έναν ζωγράφο, με τα πάθια και τους καημούς του, όταν του λέμε ότι η ζωγραφική του "είναι πολύ μίνιμαλ"; Το πρόβλημα, νομίζω, δεν είναι ούτε οι νυσταλέοι συντηρητικοί ούτε οι αφελείς εικονοκλάστες. Είναι κι αυτοί άνθρωποι που μάχονται ενάντια στις καλλιτεχνικές τους αδυναμίες –όπως όλοι μας, λίγο πολύ. Εχθρός του παρόντος σημειώματος είναι μόνο το τσουβάλιασμα. Είναι η κριτική που ξεχνάει πως μιλώντας μια ποιήτρια για την ευτυχία τού να κοιμάσαι στην τρυφερή αγκαλιά αγαπημένης, ανακαλεί αγκαλιές και αγαπημένες, και πως είναι μια διαστροφή της ευαισθησίας να φτάσει να ανακαλεί σχολές και διενέξεις· τέλος, πως πετυχημένο έργο είναι αυτό που μας κάνει να ξεχνάμε την αγωνία τού δημιουργού του για τη φόρμα, αλλιώς απευθύνεται κανείς μόνο στη συντεχνία και στους κατ' επάγγελμα κριτικούς.

Δεν θα συγκινηθούμε όλοι από τα ίδια έργα, αυτό είναι βέβαιο και θεμιτό. Είναι συνάμα κρίσιμο να συζητήσουμε με όρους ανθρώπινους, που σχετίζονται με το προσωπικό χνάρι του καθενός μας, το πώς η δημιουργία κάποτε παύει να είναι μουτζαλώματα στο χαρτί και λέει κάτι για τη ζωή μας. Ανεξαρτήτως σχολών και συμμαχιών.
Πρώτη δημοσίευση εφ. Αυγή 2 Φεβ. 2008



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου